8.12.14

ο μικρός μας καθημερινός φασισμός



Αυτή είναι μια χαρακτηριστική εικόνα της καθημερινότητας στα μέσα μεταφοράς του Λονδίνου. Ξενοφοβία, ρατσισμός και ύπουλος, υπόγειος φασισμός στα πρωτοσέλιδα. Σήμερα, ολόκληρη η σειρά απέναντί μου στο μετρό είχε ανοιγμένη στα χέρια της την φυλλάδα της φωτογραφίας. Η δαιμονοποίηση των μεταναστών ως πρώτο και κυρίαρχο θέμα, παρατεταγμένη σε μια αστεία συνεχή διάταξη κατά μήκος του βαγονιού. Ήταν ασφυκτική η αίσθηση. Να αισθάνεσαι στόχος. Για το πιο σπουδαίο ως το πλέον ασήμαντο. Είναι περίεργο. Όταν έχεις χρόνια σε ένα ξένο τόπο, όταν έχεις δουλειά, σπίτι, ταίρι, κοινωνικό κύκλο, συντρόφους, φίλους, εχθρούς, όταν μετά από καιρό αποκτάς την ρουτίνα μιας αλλεπάλληλης καθημερινότητας, σχεδόν ξεχνάς κάποιες στιγμές πως είσαι μετανάστης. Πως είχες έρθει μερικά χρόνια πριν με την αυτοπεποίθηση των πτυχίων σου, το θράσος μπρος στην αντιμετώπιση του άγνωστου, με την ελπίδα της λίγο καλύτερης ζωής, την αναζήτηση της αξιοπρέπειας. Για να έρθει ένα πρωτοσέλιδο να σε φέρει πίσω. Να σου θυμίσει. Να στο θυμίσει. Όχι το ότι είσαι μετανάστης, αλλά το ότι θεωρείσαι μετανάστης, ότι δηλαδή φέρεις μια ιδιότητα που προσδιορίζεται από τους άλλους, που το ηθικό της βάρος καθορίζεται από το πρωτοσέλιδο μιας φυλλάδας, το ρεπορτάζ ενός καναλιού, την λεκτική παράπραξη ενός επισήμου, την ευθεία αναφορά του αποθρασυμένου νεοφώτιστου στην εξουσία ακροδεξιού. Ο σκληρός αγώνας για τον επαναυτοπροσδιορισμό στον νέο τόπο φθείρεται έτσι, ύπουλα, βρώμικα. Σε αναγκάζει να θυμάσαι συνεχώς πως εκτός από το μέσα, υπάρχει και το έξω. Τα γνωρίζαμε όλα αυτά όμως. Υπήρξαμε κάποτε εμείς το έξω. Αυτοί που προσδιόριζαν τους άλλους, που θεωρούσαν τους μετανάστες. Και ανεχτήκαμε τη βρωμιά απέναντί τους, την διάκριση, το μίσος, την απομόνωση, τη βία. Και την κάναμε θεσμό, στα πρωτοσέλιδα των δικών μας εφημερίδων, στα ρεπορτάζ των δικών μας καναλιών, στα χείλη των δικών μας ακροδεξιών στην εξουσία.



Εδώ και μήνες, η κεντρική φιγούρα που έχει αναλάβει τη συνέχιση σε αυτό το κοπιώδες έργο της σιγανής, υπόγειας, άοσμης ακόμα σήψης της αγγλικής κοινωνίας, λέγεται Neil Farage. Πρόκειται για τον ιδρυτή και ηγέτη του Κόμματος της Ανεξαρτησίας (UKIP), που σαρώνει σε δημοσκοπήσεις και σε τοπικές επαναληπτικές εκλογές. Ο γιος ενός μεγαλοτραπεζίτη του City, ο απόφοιτος του μεγαλοπρεπούς Dulwich College, ο αρνητής την πανεπιστημιακής εκπαίδευσης αλλά πετυχημένος χρηματιστής, βλέπει το πρόσωπό του πλέον παντού, από το σοβαρό BBC ως τις πλέον χυδαίες φυλλάδες. Με το χαμόγελο του κρετίνου, και ένα ποτήρι αλκοόλ συνεχώς στο χέρι. Να εξαπολύει το δηλητήριο, το σκοτάδι, τη συκοφαντία, το μίσος. Και να σαρώνει, κρατώντας το χορό. Και η άρχουσα τάξη να ακολουθεί λες και δεν είναι και οι μετανάστες που της παράγουν τον πλούτο, και η πολιτική ηγεσία να τρέχει ξοπίσω του ασθμαίνοντας λες και δεν είναι και οι μετανάστες που της στρώνουν και αυτής το τραπέζι. 

Έχει γεμίσει ο τόπος ευθείες επιθέσεις πλέον σε αυτή την πόλη, που ο μισός της πληθυσμός είναι ξένοι. Η προσβολή είναι καθημερινή. Συνεχής. Κολλάει στα χέρια μας σταθερά το πρωί στον υπόγειο και όσοι ακόμα την αρνούμαστε σθεναρά, μας την κολλάνε στην μούρη άθελά τους, σε μια διαδρομή οι ξενόγλωσσοι στοιβαγμένοι στις αφιλόξενες ώρες αιχμής.


11.10.14

Τι συνέβη με τον Μητσάρα και τον Λουκάνικο; (μέρος Α)

Στις 10 του Οκτώβρη του '14 τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της Ελλάδας συγκλονίστηκαν από μια διπλή είδηση. Τον θάνατο του Μητσάρα και τον θάνατο του Λουκάνικου. Η είδηση αυτή επικοινωνήθηκε και διαμοιράστηκε μαζικά και επενδύθηκε με έναν έντονο συναισθηματισμό που σε ορισμένες περιπτώσεις άγγιξε τα όρια του παραλογισμού.


Ο Μητσάρας και ο Λουκάνικος. Ένας άνθρωπος που δεν ακούσαμε ποτέ την φωνή του και δεν γνωρίσαμε ποτέ το επίθετό του. Και ένας σκύλος. Τι στην πραγματικότητα γνωρίζουμε γι' αυτούς; Γιατί ένας σκύλος αφήνει πάνω μας ένα τέτοιο εντύπωμα; Η αντικειμενοποίηση αυτών των δύο συμπαθητικών φιγούρων της Αθήνας είναι χαρακτηριστική. Αντανακλά την προφανή αναγκαιότητα μιας κοινωνίας να εξωτερικοποιήσει κάποια βαθύτερη ψυχολογία της την οποία στα χρόνια της συνολικής κρίσης και συλλογικής παρακμής αδυνατεί να διαχειριστεί ως μόνο εσωτερικευμένη. Είναι όμως ο Μητσάρας και ο Λουκάνικος σύμβολα; Σίγουρα όχι. Δεν είναι σύμβολα, σαν τον Παύλο Φύσσα, ας πούμε, ή την Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αλλά χωρίς αμφιβολία η συναισθηματική τους υπερεπένδυση σε μια ανακοίνωση του θανάτου τους έχει ενδιαφέρον να αναλυθεί. Ειδικά, όταν ο Λουκάνικος πέθανε (ή μήπως ψόφησε;) έξι μήνες πιο πριν, και όταν ο Μητσάρας υπάρχει περίπτωση να είναι ακόμα ζωντανός και να μας διαβάζει!


Α - Η περίπτωση του Λουκάνικου



Σε αντίθεση με τον Μητσάρα, όλοι επιβεβαιώνουν ότι ο Λουκάνικος είναι νεκρός. Βέβαια για το πότε ακριβώς πέθανε (ή μήπως ψόφησε;) οι γνώμες διίστανται. Άλλες πηγές μιλούν για την 9η Οκτωβρίου, άλλοι για 6 μήνες πιο πριν. Σε αντίθεση με τον Μητσάρα και πάλι, οι πληροφορίες για τη ζωή του Λουκάνικου είναι περισσότερο λεπτομερείς. Ένα επίμηκες προσωπικό ιστορικό του σκύλου, πλήρως εμποτισμένο όμως από τον συναισθηματισμό του συντάκτη και με το χαρακτηριστικό πληροφοριακό bias απόρροια ακριβώς αυτού του συναισθηματισμού, διάβασα για παράδειγμα εδώ.

Δεν θα ασχοληθώ με την νεκρολογία της συγκεκριμένης φυλλάδας του link. Με ενδιαφέρει συνολικά η αφήγηση σχετικά με τον Λουκάνικο, και η δομή της σκέψης που την περιβάλλει, η οποία είναι σχεδόν ομόφωνη και ομόθυμα αποδεκτή.

Η δομή του σκεπτικού που περιγράφει τον Λουκάνικο είναι καταρχήν μαγική. Αποδίδει στον αδέσποτο σκύλο χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να εξηγηθούν από την ψύχραιμη, λογική παρατήρηση, χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν μια πραγματολογική ανάλυση. Είναι ο σκύλος που διαδηλώνει μαζί με τους ανθρώπους, που κομίζει μια πολιτική δήλωση, που επαναστατεί. Που αναγνωρίζει στις δυνάμεις καταστολής τα αντιδημοκρατικά, καταπιεστικά χαρακτηριστικά τους. Που επιλέγει στρατόπεδο στις διαδηλώσεις με βάση κριτήρια ιδεολογικά. Που περιφρουρεί με τις δοντάρες του τους "καλούς" και τους προστατεύει από τη βία της εξουσίας. Που φέρει μια σαφή στράτευση η οποία μάλιστα αποδίδεται στην εξαρχειώτικη καταγωγή του, στην ανατροφή του στο πλακόστρωτο της Μεσολογγίου. Που παρόλα αυτά δεν θέλει να κάνει στη πραγματικότητα κακό στους εχθρούς του. Και που -αλίμονο- πεθαίνει την ίδια ημερομηνία που εκτελέστηκε ο Τσε!

Είναι προφανές ότι αυτό που περιγράφει η συγκεκριμένη δομή σκέψης δεν είναι μια κάποια ψυχολογία ή συμπεριφορά ενός σκύλου. Αντίθετα, η συγκεκριμένη δομή σκέψης καταδεικνύει απολύτως τον εσωτερικό κόσμο αυτού που την φέρει, ο οποίος εσωτερικός κόσμος φυσικά δεν έχει να κάνει στο παραμικρό με τον σκύλο. Το πιο καθοριστικό στοιχείο για την κατανόηση αυτού του εσωτερικού κόσμου είναι το ότι γίνεται μια σαφής κατάτμηση, μια σχάση της πραγματικότητας σε δύο απόλυτα διακριτούς πόλους. Το "καλό" και το "κακό". Ο σκύλος είναι με το μέρος του καλού και γαβγίζει το κακό. Είναι βασικό κομμάτι του "καλού" πόλου. Πάνω σε αυτόν το σκύλο έχουν προβληθεί όλα εκείνα τα "καλά" χαρακτηριστικά ενός κομματιού της κοινωνίας που έχει κληθεί από την ιστορία να κατέβει στους δρόμους και να παλέψει. Και αυτά τα "καλά" είναι δεν είναι άλλα παρά το αίσθημα της δικαιοσύνης, η αλληλεγγύη, η δημοκρατικότητα, η αγάπη για την ελευθερία, η απέχθεια για την καταστολή όπως επίσης και κάθε συμπεριφορά που πηγάζει από αυτές τις αξίες, όπως ο αγώνας στους δρόμους, η πάλη, η σύγκρουση ακόμα και η βία. Ο Λουκάνικος αποτέλεσε την έμψυχη προβολή του πόλου του "καλού", ήταν ο φορέας όλων αυτών των ποιοτήτων που ασύνειδα μεταφέρονταν από τον εσωτερικό κόσμο εκείνου που καλούταν να φάει τα δακρυγόνα στο πρόσωπο. Και βεβαίως οι μπάτσοι η προβολή του απόλυτου κακού.

Γιατί ακριβώς τότε κατασκευάστηκε ο όμορφος μύθος του Λουκάνικου. Στις διαδηλώσεις, στις μάχες του δρόμου. Από ανθρώπους που κλήθηκαν στην εξαιρετικά στρεσσογόνα εμπειρία του να συγκρουστούν με οπλισμένους μισθοφόρους, να αρρωστήσουν απ' τα χημικά, να διακινδυνέψουν μια επώδυνη και ανεξέλεγκτων συνεπειών σύλληψη ή ακόμα και να ρισκάρουν την ίδια τους τη ζωή. Έτρεχε και ο Λουκάνικος ακολουθώντας την τρεχάλα, οπισθοχωρούσε και εκείνος όταν ερχόταν σε επαφή με το δακρυγόνο, γάβγιζε και εκείνος αποκρινόμενος στις κραυγές και τα ουρλιαχτά των ανθρώπων γύρω του, και βεβαίως απολάμβανε τα χάδια όλων εκείνων που προέβαλαν πάνω του τον τετμημένο εσωτερικό τους κόσμο ανταποδίδοντας την ευχαρίστηση.

Σε αυτές λοιπόν τις ακραίες συνθήκες, όπου ο θυμός και η ένταση εντείνουν την σχάση και τον διαχωρισμό των ποιοτήτων καθενός που συμμετείχε σε καλές και κακές, η προβολή των καλών ποιοτήτων στον Λουκάνικο παραμόρφωνε το τρόπο με τον οποίον γινόταν κατανοητή η συμπεριφορά του. Η ταύτισή του με τον διαδηλωτή γινόταν αναπόφευκτη. Ο Λουκάνικος γινόταν συνεπώς και εκείνος διαδηλωτής, και εκείνος μαχητής, υπερασπιστής όλων αυτών των αξιών.  

Μετά από μια τέτοιου είδους και έντασης εσωτερική σχάση, προβολή και προβολική ταύτιση κάποιων ευγενών εσωτερικών αξιών σε έναν ωραιότατο σκύλο, είναι εντελώς φυσιολογικό να ακολουθεί η συγκίνηση ή η θλίψη για τον θάνατό του. Και η εμβύθιση των όσων γνωρίζουμε για τον Λουκάνικο μέσα από έναν τέτοιο συναισθηματισμό. Γιατί στην πραγματικότητα πρόκειται για την απώλεια ενός γερά επενδυμένου ψυχικού αντικειμένου με ζωτικές για την κοινωνική μας επιβίωση ποιότητες. Και γράφω "θάνατο" και όχι "ψόφο" ακριβώς γιατί η επένδυση αυτή και η αντικειμενοποίηση δεν επιτρέπει να δούμε τον Λουκάνικο ως ζώο που ψοφάει, αλλά ως ένα "σύμβολο" που πεθαίνει.

Οι πληροφορίες λένε ότι Λουκάνικος έφυγε από καρδιακά και αναπνευστικά προβλήματα, απόρροια των δακρυγόνων. Θυμίζει κάπως τον 65χρονο ναυτεργάτη του ΠΑΜΕ που είχε πεθάνει από έμφραγμα σε μια διαδήλωση το 2012. Σκόπιμα καταγράφω αυτόν το συνειρμό. Γιατί έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθεί κανείς: γιατί όλα αυτά για έναν σκύλο; γιατί τον Λουκάνικο; Η απάντηση εδώ είναι δύσκολη. Ενδεχομένως η αντικειμενοποίηση ενός ανθρώπου να είναι εξαιρετικά επώδυνη, γιατί η ταύτιση μαζί του μπορεί να γίνεται ευκολότερη. Πολύ πρόσφατα είδαμε μια έντονη αντιπαράθεση, στην συναυλία για τον Παύλο Φύσσα, και εν μέρει αυτή οφειλόταν και σε αυτό. Εκτός των άλλων, ο σκύλος έχει πάντα ένα θετικό πρόσημο. Συμβολίζει την πίστη, την άνευ όρων αγάπη και αφοσίωση, ακόμα και την υποταγή. Ο σκύλος δεν θεωρείται ότι φέρει τον διττό ανθρώπινο χαρακτήρα με τις θετικές και αρνητικές του ποιότητες.

Αλλά γιατί τον Λουκάνικο συγκεκριμένα, δεδομένου του ότι υπάρχουν πολλοί αδέσποτοι σκύλοι στο κέντρο που είχαν δώσει το παρόν στις διαδηλώσεις; Σκέφτομαι πάνω σε αυτό ότι το ιστορικό του Λουκάνικου αποκαλύπτει μια αλλαγή ονόματος. Κάποτε λεγόταν Θόδωρος αλλά αυτό άλλαξε σε Λουκάνικος. Και ο όμορφος μύθος του ξεκινάει χρονικά ακριβώς μετά την νέα ονοματοδοσία. Ίσως αυτό να παίζει κάποιο ρόλο. Μην ξεχνάμε ότι στο συλλογικό ασυνείδητο ο Λουκάνικος γάβγιζε τους μπάτσους, τα γουρούνια. Τα γουρούνια.... ο Λουκάνικος. Το λουκάνικο είναι πάντα το προϊόν της αποδόμησης ενός γουρουνιού. Αναρωτιέμαι αν η αλλαγή του ονόματός του εδραζόταν ακριβώς στην επιθυμία της αποδόμησης της βίας των μπάτσων, στην ανάγκη της κατανόησης του παραλογισμού της κρατικής βίας, της επεξεργασίας της βίαιης φαλλικότητας του αστυνομικού γκλομπ σε κάτι εξίσου φαλλικό αλλά πολύ πιο ανεκτό.
Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά...



9.10.14

στην σκιά του Τσε

Με αφορμή την επέτειο της εκτέλεσης του Τσε Γκεβάρα, φέρνω στο νου μου τις δύο περιστάσεις που βρέθηκα με ένα συμβολικά τρόπο, από φυσικής άποψης "κοντά" σε αυτόν. Η πρώτη, δια μέσω μιας εκκωφαντικής απουσίας. Η δεύτερη μέσω μιας συγκινητικής παρουσίας.


Η Απουσία.

Μερικά χρόνια πριν, το 2005, με δύο αγαπημένους μου compañeros ταξιδέψαμε στην Αργεντινή. Έχοντας ήδη περάσει μερικές εβδομάδες στο Μπουένος Άιρες, αντιμετωπίζαμε με έκπληξη το γεγονός ότι το έθνος της καταγωγής του Τσε δήλωνε όσο το δυνατόν λιγότερο την σχέση του με εκείνον. Οι αναφορές ήταν ελάχιστες, οι διάσημες προσωπογραφίες του δεν βρίσκονταν πουθενά. Τουλάχιστο δημόσια. Ακόμα και στις πιο φτωχικές συνοικίες που διασχίσαμε, ακόμα και στα περιχώρα του La Bombonera που είχαμε την ευτυχία να περιπλανηθούμε, το πρόσωπο του Τσε, το σύμβολο της επανάστασης και της νεανικότητας, ο εκφραστής των καταπιεσμένων και των χωρίς φωνή, απουσίαζε από τους δρόμους και από τους τοίχους σχεδόν εκκωφαντικά. Ακόμα και στα πιο τουριστικά μέρη της πρωτεύουσας ούτε μια αφίσα προς πώληση, ελάχιστα τ-σερτ, ακόμα λιγότερα μαγνητάκια του ψυγείου. Ακόμα και σε μια αντιαμερικανική διαδήλωση που πήραμε μέρος με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους, πασχίσαμε μέχρι να βρούμε κάτι που να αναγνωρίζει στο ασυνείδητο των συμπατριωτών του την συμμετοχή του και τη θυσία του στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Ακόμα και το μουσείο του Τσε στο Μπουένος Άιρες δεν είναι παρά ένα κατάστημα με αναμνηστικά είδη.

Δεν γνωρίζαμε πώς να ερμηνεύσουμε την απουσία του Τσε στην χώρα της καταγωγής του, ειδικά μάλιστα εκείνα τα πρώτα χρόνια της χρεωκοπίας της. Ήταν μήπως η αστική αλαζονεία της κυρίαρχης τάξης μιας πόλης με απίθανο αίσθημα μεγαλείου όπως το Μπουένος Άιρες; Η ασυναίσθητη ντροπή λόγω ακριβώς της κυριαρχίας αυτής της τάξης; Η μικρή παράδοση σε σύγχρονα επαναστατικά κινήματα της χώρας; Η σχετική ευμάρεια της προ της χρεωκοπίας κοινωνίας; Η σκέψη μου επιστρέφει στον Τσε ως σύμβολο, για να διαπιστώσω ότι οι Αργεντίνοι είναι λαός που ειδικεύεται στην εξαγωγή συμβόλων. Κάρλος Γκαρδέλ, Τσε, Εβίτα Περόν και υπεράνω όλων Ντιέγκο Μαραντόνα. Γιατί ήταν η μορφή του Ντιέγκο που κυριαρχούσε στους τοίχους των φτωχικών συνοικιών, το νούμερο 10 της φανέλας σε μια υπέροχη ανασύνθεση του Dios (=Θεός) (D10S) στα καφενεία, τα εστιατόρια, στις βιτρίνες, στα σημαιάκια των τουριστικών καταστημάτων, στις αφίσες, τα τ-σερτ, τα μαγνητάκια. Ο Ντιέγκο που ξεπήδησε από την εξαθλιωμένη κατώτερη τάξη της παραγκούπολης της Μπόκα, ο Ντιέγκο της αποθέωσης και της αυτοκαταστροφής, της αντίδρασης, της επανάστασης, της νίκης και της ήττας, της πτήσης και της πτώσης, της ταυτόχρονης θεϊκής και απόλυτα ανθρώπινης διάστασης. Υπήρχε ο Ντιέγκο για την συμβολοποίηση όλων όσων ο Τσε θα μπορούσε να εκφράσει.

Εξερευνώντας το εσωτερικό της Αργεντινής, κάποια στιγμή βρεθήκαμε στο Rosario. Η πόλη αυτή, που είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής, φημίζεται κυρίως για τα εξής: 1) Είναι το λίκνο της αργεντίνικης σημαίας και του αργεντίνικου πατριωτισμού 2) βρίσκεται στα παράλια ενός γιγάντιου ποταμού, του Paraná, 3) αποτελεί την έδρα της Newell's Old Boys η οποία ήταν η πρώτη ομάδα του Ντιέγκο Μαραντόνα, και 4) στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Λιονέλ Μέσι. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η παράθεση των στοιχείων της πόλης, και ο λόγος είναι ότι λείπει από την αφήγηση κάτι πολύ σπουδαίο:
Το Ροσάριο είναι η πόλη που γεννήθηκε ο Τσε Γκεβάρα.
Περιμέναμε, τουλάχιστο εκεί, ο Τσε να ήταν παρών. Η πόλη του μας διέψευσε. Στους οδηγούς, το σπίτι που γεννήθηκε ο Τσε αναφερόταν σε ένα υποσέλιδο. Στα φυλλάδια της πόλης πουθενά. Μα ήμαστε αποφασισμένοι να φτάσουμε εκεί. Να δώσουμε στο μύθο μια διάσταση όσο μπορούσαμε χειροπιαστή. Θυμάμαι σαν τώρα την ημέρα, και την διαδρομή προς το σπίτι εκείνο. Το θερμόμετρο είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς και ο ποταμός είχε εκτοξεύσει την υγρασία σε επίπεδα ασθματικής κρίσης. Ιδρώναμε, διψάγαμε και αδυνατούσαμε να αναπνεύσουμε. Ανεβήκαμε μια μεγάλη ανηφόρα και βρεθήκαμε σε ένα ακόμα από τα μεγάλα σταυροδρόμια της πόλης. Urquiza y Entre Rios, η διεύθυνση. Ούτε μια πινακίδα. Ούτε ένα σημείωμα. Σταθήκαμε απέναντι ακριβώς και καθίσαμε στο πεζοδρόμιο. Ήταν ένα από όλα τα σπίτια. Σε έναν απ' τους ορόφους του, μια γυναίκα είχε γείρει αναπαυτικά στο περβάζι του παραθύρου της. Ήμαστε εξαντλημένοι αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που παραμείναμε αμίλητοι για ώρα. Φύγαμε χωρίς καν να τραβήξουμε κάποιο στιγμιότυπο, μια φωτογραφία. Δεν συζητήσαμε τι είχε περάσει από το μυαλό μας εκείνες τις στιγμές της σιωπής. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο τρίτος compañero μου έδειξε μια φώτο αυτής της περισυλλογής. Τότε κατάλαβα πόσο είχα βρεθεί για λίγο στην σκιά του.



Η Παρουσία.

Εννέα χρόνια αργότερα, οι δυο compañeros έδωσαν την θέση τους στην αγαπημένη συντρόφισσα. Και η χώρα της γέννησης και της (σχεδόν) ανυποληψίας, έγινε η χώρα της ταφής και της λατρείας. Κούβα. Εκεί η παρουσία του Τσε είναι ολοκληρωτική. Στους τοίχους, στις βιτρίνες, στα δημόσια κτίρια, στα ετοιμόρροπα σπίτια. 



Προσπαθώ ξανά να καταλάβω την ουσία της. Προφανώς είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μορφή της επανάστασης. Την καθόρισε πλήρως. Και μετά το πρόσωπό του αποκόπηκε από αυτή, αυτονομήθηκε, εξατομικεύτηκε, επανακαθορίστηκε από καθέναν που το υιοθέτησε, ίσως κανένα άλλο πρόσωπο στην ιστορία δεν έγινε το σύμβολο τόσων διαφορετικών τάσεων της κυρίαρχης κουλτούρας. Ή τουλάχιστο, με τέτοια πεποίθηση για εκείνον προσγειωνόμουν στην Αβάνα. Μα η αγωνία μου για την επικυριαρχία της ποπ διάστασης του Τσε ακόμα και στο τόπο λατρείας του ευτυχώς διαψεύστηκε αμέσως. 




Ο Τσε παραμένει πολιτικό πρόσωπο στην Κούβα. Το πρόσωπο του Τσε είναι παντού για να παρατείνει την πολιτική διάσταση αυτού που ζει η Κούβα τα τελευταία 55 χρόνια. Και οι αρχές προσπαθούν σκληρά να διατηρήσουν και το επαναστατικό του προσωπείο. Ρήσεις του για τον ιμπεριαλισμό, σκέψεις του για την επανάσταση, την παιδεία, τον σοσιαλισμό, είναι γραμμένες παντού, από την γιγαντιαία μορφή του στη Plaza de la revolucion και τα μεγάλα πόστερ στο κέντρο της Αβάνας ως στις πινακίδες στις εθνικές οδούς, στις γέφυρες, στις καλύβες των χωριών, ακόμα και στους λόφους, στις πέτρες της υπαίθρου.  



Μα περπατώντας εκείνη την Αβάνα που δεν ανακαινίστηκε απ' την UNESCO, ερχόμενος σε επαφή με τα ετοιμόρροπα κατοικημένα σπίτια, τα άδεια καταστήματα, τις ουρές σε όσα ακόμα έχουν προϊόντα, τα μισοάδεια ράφια των κοινωνικών παντοπωλείων, τα γεροντάκια που πουλάνε την έκδοση της Granma της προηγούμενης μέρας στους τουρίστες, τους νεαρούς που προσπαθούν να σε παραπλανήσουν για την αγορά λαθραίων πούρων, και τις νεαρές που περιμένουν τη στιγμή που η συντρόφισσα θα με αφήσει για λίγο μόνο, κάτι μέσα μου μου λέει πως η πανταχού παρουσία του Τσε υπάρχει μόνο και μόνο για αυτήν την απαραίτητη ενθάρρυνση. Την αναγκαιότητα της πίστης. Της επιμονής. "Κρατήστε λίγο ακόμα" σαν να τους λέει η μορφή του ή ακόμα και "κάντε κουράγιο, θα περάσει". Έδινε σε εμένα δύναμη η μορφή του για να αντέξω τη ζωή που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου και ήλπιζα ότι ίσως να έκανε το ίδιο και για εκείνους που την ζούσαν.




Υπάρχει όμως και αυτό. Το συναίσθημα. Η παράδοση. Η κουλτούρα. Οι κουβανοί τρέφονται με αυτό. Ορίζουν την ζωή τους και μέσα από αυτό. Έχουν φτιάξει μια κοινωνία που δεν περιστρέφεται γύρω από την κατανάλωση, το κυνήγι του χρήματος. Που είναι τόσο ξένη απ΄τη δική μας. Με ποιο κριτήριο να επεξεργαστώ εκείνο που οι στίχοι τους κάνει να αισθάνονται; 



Έξω απ' την Αβάνα, ο Τσε ανακτά τις πολιτικές του διαστάσεις. Και τις μεταφυσικές του επαναστατικές. Πηγαίνουμε στην Σάντα Κλάρα, μια απλή κουβανέζικη πόλη, μακριά από τουρίστες και αντιπροσώπους της UNESCO. Εκεί μπορεί να δει κανείς την καθημερινότητα. Και μέσα σε αυτή, την παρουσία του Τσε, μιας και η ιστορία της πόλης σημαδεύτηκε από εκείνον. Το μαυσωλείο που χτίστηκε προς τιμήν του το 1997 για να φυλάξει τα λείψανά του έχει μεγαλειώδεις διαστάσεις για προφανείς λόγους. Το υπερφυσικό άγαλμα του Τσε κοιτάζει προς την οροσειρά Escambray, από όπου οι αντάρτες του εξαπέλυσαν την τελική επίθεση για την κατάληψη της Σάντα Κλάρα. Ένα επίπεδο πιο χαμηλά, ένα μικρό μουσείο, στο οποίο εκτίθενται προσωπικά αντικείμενα του Τσε από την περίοδο του ένοπλου αγώνα στα βουνά. Εκτός των άλλων υπάρχει ο πομπός του Radio Rebelbe, του επαναστατικού ραδιοφωνικού σταθμού που εξέπεμπε από την Σιέρα Μαέστρα. Ακριβώς απέναντι υπάρχει το σημείο της ταφής. Ένα επιβλητικό υπόγειο, με χαμηλό τεχνητό φωτισμό, και μια φλόγα που καίει. Ένας μακρύς ξύλινος τοίχος με ανάγλυφες χαραγμένες τις μορφές των συντρόφων του που εκτελέστηκαν μαζί του στην Βολιβία, και με μια σαφή διακριτικότητα, η μορφή εκείνου, λίγο πιο μεγάλη και λίγο πιο εξέχουσα. Η σιωπή είναι σχεδόν απόλυτη, εκτός ίσως από τις σπίθες της φλόγας. Στην είσοδο, μιας γυναίκα στρατιωτικός φυλάει το μέρος. Την κοιτώ και ανταλλάσσουμε το κρυφό χαμόγελο μιας κάποιας συνεννόησης. Λίγο πιο πριν μου είχε απαγορέψει να μπω στο μνημείο αν δεν έβγαζα το καπέλο μου. 







Λίγους μήνες μετά την δεύτερη επαφή μου με τα φυσικά ίχνη της μορφής του, ακόμα πασχίζω να λύσω την εσωτερική σύγκρουση που μου προκάλεσε. Η παρουσία του Τσε, στην ένταση που συμβαίνει στην Κούβα, είναι καθηλωτική. Αφού ο Τσε εξακολουθεί να παραμένει κάτι περισσότερο από ποπ σύμβολο της κυρίαρχης κουλτούρας, η αγαπημένη παρουσία του (που λέει και το τραγούδι) με εμπόδισε από το να σκεφτώ, να βγάλω το δικό μου συμπέρασμα για το τι είναι σήμερα η Κούβα. Λίγο περισσότερο συναισθηματισμός από όσο χρειάζεται και να που αδυνατώ να εξέλθω από το δέος. 

20.9.14

γιατί δίχασε η συναυλία στην μνήμη του Παύλου Φύσσα;


Διαβάζω ότι στην συναυλία που διοργανώθηκε στις 19 του Σεπτέμβρη, ένα χρόνο μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, οι διοργανωτές-φίλοι του αδικοχαμένου προτιμούσαν η εκδήλωση να ήταν μια θετική γιορτή συμφιλίωσης, για την «παγκόσμια ειρήνη». Οι από σκηνής δηλώσεις επέμεναν ότι «πρέπει να ανοίξουμε την καρδιά μας στους ναζί... τους λείπει αγάπη, μόρφωση, ζεστασιά…». «Παύλο ψυχάρα άναψε φωτιά και ζέστανε τους άστεγους σε κάθε γειτονιά», «ο Παύλος ζει μορφώστε τους ναζί», «όλοι μαζί είμαστε», «αγάπη μόνο» και ο «Παύλος ζει ξυπνήστε τους ναζί» φαίνεται ότι ήταν τα μόνα επιτρεπόμενα συνθήματα από τους διοργανωτές. Αυτό προκάλεσε την σοβαρή αντίδραση από ένα μεγάλο μέρος του κοινού, που με άλλα συνθήματα επέμεινε (σωστά) σε μια μαχητική αντιφασιστική διάσταση του προσώπου του δολοφονημένου.

Μην έχοντας παραστεί στη συναυλία και παρακολουθώντας από μακριά τις εκδηλώσεις στην μνήμη του Παύλου Φύσα, προσπαθώ να κατανοήσω τι ακριβώς σημαίνει αυτή η σοβαρή διαφωνία μεταξύ διοργανωτών και θεατών. Οι οποίοι έχουν ως χαρακτηριστικό ότι βρίσκονται στην ίδια πλευρά, απέναντι στους ναζήδες. Το βασικό εδώ, χωρίς αμφιβολία, είναι η λέξη "φίλοι". Δεν ξέρω αν ισχύει, αν όντως διοργανωτές ήταν οι φίλοι/συνεργάτες/οικείοι άνθρωποι του Παύλου Φύσσα, αλλά η επισήμανση αυτής τους της ιδιότητας στην κριτική που ασκείται εναντίον τους για την επιμονή τους για το περιεχόμενο της συνθηματολογίας κρύβει κατά την γνώμη μου την ουσία της κατανόησης του τι συμβαίνει.

Αλλά, ας πάμε όμως μια μέρα πιο πίσω. Στην επέτειο της δολοφονίας. Στο Κερατσίνι. Στον τόπο του εγκλήματος: "Ευχαριστούμε που υπήρξες γιος μας", είπε σπαρακτικά η μάνα του καθώς προσκυνούσε το μνημείο στο σημείο της δολοφονίας. Ένας πληθυντικός αριθμός που συμβολίζει κάτι περισσότερο από την οικογένεια που αντιπροσώπευε εκείνη την στιγμή. Ένας πληθυντικός που δείχνει ενδεχομένως μια διαφορετικού τύπου ενσωμάτωση του νεκρού γιου, της τραγικής απώλειας, του κενού που άφησε πίσω του. Μια ενσωμάτωση που διαφέρει από εκείνη της απώλειας σε ένα τροχαίο, που περιλαμβάνει πια και την συμβολοποίηση, το μνημείο, την "επετειο-ποίηση" της απώλειας και την αίσθηση πως αυτός ο γιος δεν είναι πλέον αποκλειστικά δικός της. Και αυτή η συλλογική ενσωμάτωση της απώλειας και του θρήνου δεν μπορεί παρά να απαλύνει το πένθος αυτής της μάνας. 
Από την άλλοι πλευρά, οι φίλοι του Παύλου ίσως να το βρίσκουν πιο δύσκολο να αφήσουν το σύμβολο Φύσσας τόσο εύκολα στα χέρια της κοινωνίας. Η κοινή προέλευση, τα ίδια βιώματα, ο μοιρασμένος χρόνος μαζί του, οι προσωπικοί δεσμοί, τα αστεία, τα γέλια, τα δάκρυα που μοιράστηκαν μαζί του, κρατούν ακόμα το σύμβολο Φύσσας εσωτερικευμένο με μια περισσότερο προσωπική διάσταση, με μια αίσθηση κατοχής, ένα αίσθημα αυτονόητου δικαιώματος πάνω του. Για τους φίλους του και συνεργάτες, η οικειοποίηση του συμβολισμού του εδράζεται ακόμα στην προσωπική σχέση, στην άμεση ανάμνηση, την ανάκληση της φυσικής επαφής. Και είναι ακριβώς αυτή η συναισθηματική αναστάτωση των φίλων του Παύλου Φύσσα που κάνει το περιεχόμενο των δικών τους συνθημάτων (τύπου "να ανοίξουμε την καρδιά μας στους ναζί") να είναι στην πραγματικότητα δευτερεύουσας σημασίας. Γιατί γι' αυτούς ο Παύλος Φύσσας μετατράπηκε από φυσικό πρόσωπο σε σύμβολο απρόσμενα, απότομα, βίαια, σε μια νύχτα, τόσο γρήγορα όσο κάνει ένα μαχαίρι φασίστα να χωθεί στην καρδιά ενός ανθρώπου. Ενδεχομένως ακόμα θρηνούν την φυσική του απώλεια. Και χρειάζεται να εμπεδώσουν την ίδια στιγμή και την απότομη, μαζική συμβολοποίησή του. Και έτσι φυσιολογικά δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Γι' αυτούς προτεραιότητα έχει η παράταση της δικής τους φαντασιωσικής οικειοποίησης του συμβόλου με την δομή και το περιεχόμενο που οι ίδιοι διατηρούν το δικαίωμα να του προσδίδουν. 

Τα παραπάνω βέβαια δεν αφορούν καθόλου όσους πήγαν σε αυτήν τη συναυλία, όσους συμμετείχαν στις πορείες διαμαρτυρίας, όσους θεωρούν τον Παύλο Φύσσα σύμβολο όχι "παγκόσμια ειρήνης" αλλά το πρόσωπο που πάνω του εικονίζεται ένας μαχητικός αντιφασισμός. Για όλους εμάς που δεν είχαμε ποτέ προσωπική επαφή με τον Παύλο Φύσσα, που απουσιάζει ο συναισθηματικός δεσμός με το φυσικό πρόσωπο Παύλος Φύσσας, που δεν τον χάσαμε απρόσμενα και που δεν τον μετατρέψαμε από αγαπημένο σώμα και πνεύμα σε ένα σύμβολο μέσα σε μια νύχτα, η ενσωμάτωση της απώλειάς του έχει εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Για εμάς είναι όλα πιο εύκολα: Να ανατρέξουμε στο προσωπικό του ιστορικό, να ξαναδιαβάσουμε τις συνθήκες της δολοφονίας και τις ανταποκρίσεις από τις τελευταίες τους στιγμές στο ματωμένο πεζοδρόμιο, ακόμα και να ξαναδούμε εκείνη την φωτογραφία των τυμβωρύχων δημοσιογράφων. Για εμάς είναι λιγότερο επώδυνο να νοηματοδοτήσουμε αναδρομικά τους στίχους των τραγουδιών του, να τον πλάσουμε στο φαντασιακό μας με τον τρόπο που θα απαλύνει τους βαθύτερους φόβους μας. Για μας είναι απόλυτα λογικό να τον ανακηρύξουμε σε αυτόν που θα ενσαρκώνει τις φαντασιώσεις μας για την ύστατη μάχη απέναντι στον ναζισμό και τον γενικευμένο καρκίνο της κοινωνίας που ζούμε. Με τον τρόπο που ευχόμαστε, με την δομή που θέλουμε και το περιεχόμενο που επιθυμούμε. Ανεξαρτήτως των σκέψεων των διοργανωτών μιας συναυλίας μνήμης.

Διαφωνώ με το "μια αγκαλιά και λίγη αγάπη για τους νεοναζί". Θεωρώ ότι το μαχαίρι των κασιδιάρηδων δεν θα διστάσει να ξεσκίσει το σώμα που θα προσπαθήσει να το αγκαλιάσει. Θεωρώ ότι "η λίγη αγάπη" υποδηλώνει αφέλεια ή άγνοια για το τι σημαίνει ιδεολογία και το τι σημαίνει ψυχολογία ναζί.
Η συμβολοποίηση του Παύλου Φύσσα δεν είναι υπόθεση προσωπική. Είναι συλλογική ανάγκη. Και νοηματοδοτείται όταν παραμένει συλλογική, μόνο και μόνο για να βρίσκει το ξεχωριστό νόημά της αγγίζοντας καθέναν μας ατομικά.


Παλαιότερο κείμενο για την δολοφονία εδώ: Για την ειδωλοποίηση του Παύλου Φύσσα


5.8.14

καρτ postάλ απ' τη Σίκινο




Αγαπημένη μου Νάντια 

Συγχώρεσε με που δεν κατάφερα να σου γράψω από το νησί όσο βρισκόμαστε εκεί. Έχουν περάσει μέρες από όταν επιστρέψαμε και τώρα που βρίσκομαι μακριά καταλαβαίνω πως ήταν η ίδια η Σίκινος που δεν μου επέτρεπε να το κάνω. Προφανώς, πάνω σε εκείνο το βράχο, ο νους, η καρδιά, το πνεύμα, το σώμα, καθετί θα βρισκόταν απασχολημένο σε οτιδήποτε θα μπορούσε να αποτρέψει την ενδελέχεια με την αριστοτελική της έννοια. Την επαφή με μια εσωτερικότητα. Μα πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ο ίδιος ο τόπος έστεκε άγονος, άκαρπος, στείρος, αφημένος στο ανεμολόγιο και την περικύκλωση από τη θάλασσα. Κοίτα έξω σου έλεγε, όχι μέσα. Και αν καταφέρεις να αντέξεις αυτό που θα δεις, αν καταλάβεις έστω και λίγο το άγονο, την ριπή, την αλμύρα, τότε ίσως σου επιτρέψει το νησί να γυρίσεις προς τα μέσα.

Αλοπρόνοια σημαίνει φροντίδα από τις κακουχίες της θάλασσας διάβασα κάπου. Εμένα πάλι η λέξη αυτή αυτή μου φέρνει στο νου την αλλοφροσύνη, το αλλοπρόσαλλο, την αλοπεριδόλη, τίποτα δηλαδή καθησυχαστικό, τίποτα φροντιστικό πέραν ίσως του εύηχου της προφοράς της. Στο λεωφορείο από την Αλοπρόνοια προς τη Χώρα λαθράκουσα τη συνομιλία ενός Γάλλου και ενός Γερμανού για το νησί. Ο πρώτος αναρωτήθηκε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει σε έναν τόπο όπου όλα γίνονται σε ένα απόγευμα. Ο δεύτερος, λες πιο έμπειρος, χαμογελώντας αποκρίθηκε πως η ίδια η ερώτηση από μόνη της σήμαινε πως όποιος την έκανε δεν είχε μπει ακόμα στους ρυθμούς της Σικίνου. Ας χαλάρωνε λοιπόν και ας άφηνε το νησί να αναλάβει την προτεραιότητα.

Περιττό να σου πω ότι δεν κατάφερα να κοιμηθώ πλήρως ούτε ένα βράδυ από αυτά που έμεινα εκεί. Τα κοκόρια ξυπνούσαν από νωρίς, ένα τους θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι από τις 3 το πρωί ήταν στο πόδι παρασέρνοντας και τα υπόλοιπα σε μια επιμελή, συλλογική πρώιμη αφύπνιση. Κάποιες νύχτες πάλι ξαγρύπνησα και απ' τον άνεμο. Εκεί ψηλά στο κάστρο της χώρας δεν υπάρχουν άλλες αντιστάσεις, χρειάζεται να αποδεχθείς την έκθεση σε κάτι δυνατότερο από εσένα, που σε αποκαλύπτει, σε απογυμνώνει, που μπορεί ακόμα και να στοιχειώνει και την παραμονή πίσω από κάποια κλειστά παράθυρα. Ο «Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους / Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο» είχε γράψει σε κάποιον από αυτούς τους βράχους κάποτε ο Ελύτης. 

Κάποια βράδια ωστόσο που κατάφερνα να κοιμηθώ για λίγες ώρες, ήταν οι εφιάλτες που με ξυπνούσαν με ταραχή, η βία που παραμονεύει στην βασιλική οδό προς το ασυνείδητο ακόμα και αυτή την εβδομάδα του χρόνου. Γιατί για όσο κρατούσε η αφύπνιση κατάφερνα μεθοδικά να ξεφεύγω λίγο από τη βία της ίδιας της ζωής, ακόμα και αν αυτή επέμενε να κατακλύζει τον κόσμο με το αποκρουστικό της πρόσωπο: Αεροπλάνα που έπεφταν διαδοχικά, παιδιά που σφαγιάζονταν, κοινωνίες που βομβαρδίζονταν και άλλες που φτώχαιναν. Απομονωνόμουν από όλα αυτά συνειδητά, μα ξέρεις καλά πως η απομόνωση είναι το ύστατο καταφύγιο πριν το ολοκληρωτικό πλήγμα. Αλλά να, σε μια ερημική παραλία, που λες και μας άνηκε προσωρινά, ξεχασμένοι επί ώρες κάτω απ' τη σκιά των αρμυρικιών, με μόνο το τραγούδι του τζίτζικα, το ξέβρασμα των κυμάτων και το γύρισμα των σελίδων ενός βιβλίου να μπορεί να διασαλέψει την γαλήνη, βία ήταν μόνο η εμμονική σκέψη της επιστροφής και η απρόσμενη επίθεση ενός πεινασμένου πουλιού που άρπαξε ένα απόγευμα τον ανέμελο τζίτζικα στερώντας από εμάς τον αδυσώπητο ρυθμό της λαλιάς του.

Στο μεταξύ, την εβδομάδα που πήγαμε εμείς, το νησί γιόρταζε με συνεχείς εκδηλώσεις. Χοροί, μουσικές, παραστάσεις, νησολόγια, τηλεθεάσεις αστεριών, αρτοκλασίες. Τα θερινά μαθήματα χορών ήταν υπερενταντικά, τα τοπία αναρίθμητα και η φαντασία ασύλληπτη. Έτσι έλεγαν οι αφίσες στους τοίχους. Αναρωτιέμαι τι ήταν εκείνο που πυροδοτούσε την υπερβολή τους. Να σχετιζόταν άραγε με την πηγή των δικών μου αϋπνιών, με την ανησυχία των κοκόρων, τους ριπαίους αέρηδες του ανεμολόγιου; Τι αδάμαστο θα μπορούσε να τιθασεύσει αυτός ο υπερθετικός; 

Λίγο πριν κλείσω, να σου γράψω πως για ένα ακόμα καλοκαίρι δεν απέφυγα το επώδυνο κοκκίνισμα. Νομίζω πως αισθάνομαι ακόμα λίγο από τον πόνο, έτσι μακριά από όλα αυτά που βρίσκομαι τώρα.

Σε φιλώ και σε σκέφτομαι

El R











οι πελάτες μας ψώνισαν και αυτό

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

διάβασε και αυτό

AddThis