Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στάχτη στα μάτια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στάχτη στα μάτια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29.10.15

Ποιος έχει όρεξη για Αστακό;

Η καλλιτεχνική αναγνώριση του Lobster από το φεστιβάλ των Καννών συνδυάστηκε με μια έξυπνα κατασκευασμένη αίσθηση αναμονής της καινούργιας ταινίας του Λάνθιμου, αν όχι σε παγκόσμια τουλάχιστο σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Στο Λονδίνο η προώθηση της ταινίας υπήρξε διακριτή. Εδώ και εβδομάδες το site και το Facebook Page του British film institute μας έξαπτε τη φαντασία με μικροσκηνές και ανεπίσημα trailer της ταινίας. Στα πιο καλλιτεχνικά σινεμά το γνωστό αφαιρετικό πόστερ με την άδεια αγκαλιά είχε πάρει τη θέση του εδώ και καιρό ενώ πιο πρόσφατα, χαρτονένια ομοιώματα της αφίσας σε ανθρώπινο μέγεθος σε καλούσαν να βάλεις το κεφάλι σου στη θέση του κεφαλιού του πρωταγωνιστή και να φωτογραφηθείς. Στο μετρό του Λονδίνου, η ίδια αφίσα, μεγάλη και ευδιάκριτη έφτιαχνε ατμόσφαιρα και στους πιο απίθανους σταθμούς (πχ του Seven  Sisters, μια περιοχή που δε φημίζεται για την ιδιαίτερη φιλοτεχνία της). Παρόλο που οι κριτικές δεν αντιμετώπισαν όλες την ταινία με τον επιθυμητό ενθουσιασμό, χωρίς οι αμφιβολία η αίσθηση μιας κάποιας ατμόσφαιρας, το αξιοπερίεργο της ιδέας και η έξυπνα προσχεδιασμένη αναμονή εξηγούν τις ουρές και την ανυπομονησία των θεατών και στο Λονδίνο.

Εκτός από τη προώθηση όμως υπάρχει και το ίδιο το φιλμ. 

Η κοινωνία του Lobster είναι μια κοινωνία όπου το να μην είσαι σε ερωτική σχέση είναι απαγορευμένο. Όσοι είναι μόνοι (Loners από δω και πέρα για να ακολουθεί το αγγλόφωνο της ταινίας) είναι (αυτο;)εξόριστοι και κυνηγημένοι στο δάσος. Αν ποτέ βρεθούν στην πόλη κινδυνεύουν από stop and search από τις δυναμεις ασφαλείας, με έλεγχο πιστοποιητικού σχέσης και εξακρίβωση ότι δεν ανήκουν στους κυνηγημένους Loners του δάσους. Μια καταδιωκτική και κατασταλτική στάση του συστήματος ίδια με αυτή της αστυνομίας απέναντι στους μετανάστες για παράδειγμα, ή στους νεαρούς μαύρους των Λονδρέζικων προαστίων, αν θέλουμε να αναζητήσουμε κάποιο ανάλογο στη ¨πραγματική" κοινωνία. Οι Loners ως μια περιθωριοποιημένη, στιγματισμένη και ποινικοποιημένη κοινωνική υποομάδα.

Στο ατυχές ενδεχόμενο να γίνεις Loner, η κοινωνία του Lobster σε αναγκάζει να κάνεις check in σε ένα "ειδυλλιακό" ξενοδοχείο (φέρνει στο μυαλό το "ειδύλλιο") με μια προθεσμία 45 ημερών για να βρεις νέο ταίρι. Αν δεν το καταφέρεις τότε μεταμορφώνεσαι σε ένα ζώο της επιλογής σου (Αστακός για τον ήρωα του Λάνθιμου). Οι κανόνες του ξενοδοχείου, παράλογοι, αλλόκοτοι και στρυφνοί τηρούνται απαρέγκλιτα χωρίς αμφισβήτηση, λες και τελικά η μεταμόρφωση ενός ανθρώπου σε ζώο αποτελεί όντως μια μεταφυσική αδιαμφισβήτητη νομοτέλεια.

Η σχέση μεταξύ των Loners είναι ένας πόλεμος επιβίωσης. Οι Loners του ξενοδοχείου είναι ταυτόχρονα και υποψήφια θηράματα σε ένα βίαιο παιχνίδι όπου απελπισμένα επιχειρούν να κυνηγήσουν και να "ναρκώσουν" ο ένας τον άλλον στο δάσος προκειμένου να κερδίσουν λίγο περισσότερο χρόνο πριν οι ίδιοι μετατραπούν σε ζώο.

Το πρώτο μέρος της ταινίας, η παραμονή στο ξενοδοχείο δηλαδή, είναι μια μαύρη, γκροτέσκ επίδειξη του παραλογισμού μιας κοινωνικής πλειοψηφίας απέναντι σε όσους δεν τηρούν τους κανόνες που θέτει. Οι Loners από εθελοντές επισκέπτες του ξενοδοχείου μετατρέπονται σε απελπισμένους έγκλειστους που βλέπουν το χρόνο να κυλά αντίστροφα. Η τήρηση των κανόνων μπορεί μόνο να οδηγήσει στη ψυχοπάθεια, με την έννοια της απόλυτης αποστροφής του σχετίζεσθαι, της αφαίρεσης οποιουδήποτε ίχνους συναισθηματικής επαφής ανάμεσα στους απελπισμένους για επαφή ανθρώπους. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από την υποτιθέμενη στόχευση της κοινωνίας του ξενοδοχείου.
Το δεύτερο μέρος, η φυγή στο δάσος, εξακολουθεί επίσης μαύρη και γκροτέσκ. Η κοινωνία των συνειδητά Loners συνειδητοποιούμε το ίδιο γρήγορα πως είναι ο αντίποδας αυτής του ξενοδοχείου. Οι ίδιοι παράλογοι, στρυφνοί, αλλόκοτοι κανόνες. Με ίδιους ημίτρελους, ψυχοπαθητικούς επιμελητές της εφαρμογής τους. Και όσοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους κανόνες υποφέρουν με ένα παρόμοιο τρόπο. Όσοι διατηρούν ακόμα έστω και στοιχειωδώς συναισθηματικό κόσμο έτοιμο να τον αποκαλύψουν μέσα σε μια ερωτική σχέση, βρίσκονται στον ίδιο απελπιστικό εγκλεισμό. Αυτή η ψυχοπάθεια απεικονίζεται στο Lobster εξαιρετικά. Και η απελπισία των ερωτικών σχέσεων με έναν τρόπο απολαυστικά κωμικό.


Μια από τις εμμονές των πρωταγωνιστών είναι το ταίριασμα των προσωπικών χαρακτηριστικών τους, το matching όπως είναι η λέξη που χρησιμοποιείται στους διαλόγους. Οι πρωταγωνιστές αγωνιούν να βρουν κοινά στοιχεία που θα τους κάνουν ζευγάρι, πχ η μυωπία, οι συχνές επιστάξεις, ένα κουτσό πόδι. Το συναίσθημα,  ο έρωτας,  η ίδια η επαφή δεν παίζουν ρόλο, έχουν αντικατασταθεί από τον ψυχαναγκασμό, την έξωθεν αναγκαιότητα του σχετίζεσθαι, μια ψυχρή, χωρίς φαντασία προσέγγιση ανάμεσα σε δυο καρικατούρες. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη matching είναι μια χαρακτηριστική λέξη στα dating apps τύπου Tinder των κινητών τηλεφώνων. Βάζεις τα χαρακτηριστικά σου στο πρόγραμμα, βάζει και ο άλλος τα δικά του, ένας αλγόριθμος θα φροντίσει για το ταίριασμα και θα ειδοποιηθείς με ένα notification στην επιφάνεια εργασίας του κινητού. Ο ψυχρός,  υπολογιστικός  τρόπος του να σχετίζεσαι ερωτικά με τον άλλον βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας.
Η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής αντιλαμβάνεται πως χάθηκε το μοναδικό κοινό με την γυναίκα που αγαπάει όταν αυτή τυφλώνεται (την μυωπία), είναι μια σκηνή τραγική. Εκείνος αρχίζει απελπισμένα να τη ρωτάει αν μιλάει γερμανικά, αν ξέρει πιάνο, αν της αρέσουν τα βατόμουρα, εκείνη του απαντάει πως όχι. Γιατί ο έρωτας είναι εκεί, μα είναι σαν να μην υπάρχει, σαν να μην έχει σημασία, είναι ταπεινωμένος, υποκατεστημένος από μια λίστα  κοινών χαρακτηριστικών, σαν όντως ο άνθρωπος να είναι μεταμορφωμένος σε ζώο. Και  οι επικοινωνιακοί κώδικες, η γλώσσα των ερωτευμένων που πιστοποιεί με την παρουσία της την ένωση και το ταίριασμα μετατρέπεται εδώ σε απαγορευμένη, εξευτελιστική, γελοία διαδικασία που προκαλεί στον θεατή το γέλιο και την λύπη. Το φυσιολογικό στον έρωτα, το πάθος δηλαδή και η σωματική επαφή, είναι το αντικείμενο της κριτικής και ο λόγος της τιμωρίας στο κόσμο του Lobster.

Πιστός στη χαρακτηριστική προσέγγιση των χαρακτήρων στις ταινίες του, ο Λάνθιμος κατασκευάζει ήρωες που δεν έχουν βάθος, δεν έχουν ιστορία, δεν έχουν διάσταση άλλη πέραν αυτής που αφήνει ο ίδιος να απεικονιστεί. Όλοι οι ήρωες, πρωταγωνιστές και δευτερεύοντες, είναι καρικατούρες. Και ο τρόπος που σχετίζονται μεταξύ τους αναδεικνύει αυτή τους τη φύση. Οι δε κινήσεις και η συμπεριφορά τους θεωρώ πως σκόπιμα αφήνονται στο επίπεδο μιας παιδικής παράστασης. 
Όλα αυτά για δύο λόγους. 
Ο πρώτος είναι γιατί στο Lobster πρωταγωνιστής είναι η ίδια η ερωτική σχέση, το σχετίζεσθαι και πιο ειδικά η έλλειψη αυτού. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο Λάνθιμος θέλει να δηλώσει ότι με κανένα τρόπο δεν θα πρέπει να σχετιζόμαστε έτσι. Ένα τέτοιο σχετίζεσθαι είναι γελοίο, ψυχοπαθητικό, χρειάζεται να βρισκόμαστε σε απόσταση από αυτό, να μη το πλησιάζουμε. Οι πιο αστείες στιγμές της ταινίας, οι πιο γκροτέσκ, οι πιο κυνικές είναι ακριβώς εκείνες όπου ο σκηνοθέτης μας επιτρέπει να πλησιάσουμε στο τρόπο συσχέτισης που είναι επιτρεπτός στους πρωταγωνιστές. Το γεγονός ότι η επιμονή σε αυτό αυξάνει εκτός από το γελοίο του πράγματος και την ίδια τη δυσφορία των θεατών (πχ ο πνιγμός με την ελιά στο τζακούζι, η δολοφονία του σκύλου ή η σκηνή με το μάτι και το μαχαίρι) καταδεικνύει ακριβώς και την αλλόκοτη, μη ανθρώπινη φύση της συσχέτισης που απεικονίζεται.

Κοιτώντας την ταινία συνολικά, το αντικείμενό της και η ανάλυση αυτού πέτυχαν τον στόχο της. Θεωρώ ότι η ταινία πάσχει αλλού. Στο πρώτο μέρος της, στο ξενοδοχείο, υπήρξε σοβαρός κίνδυνος μιας επαναλαμβανόμενη ίδιας σκηνής ξανά και ξανά, μια μανιέρα τόσο από άποψη αισθητικής όσο και περιεχομένου που ευτυχώς αποτράπηκε πριν χαλάσει εντελώς το συμπαγές αποτέλεσμα. Ο κίνδυνος όμως που αποσοβήθηκε στο πρώτο μέρος επανεμφανίστηκε στο δεύτερο και άφησε το αποτύπωμα του. Η αίσθηση του συμπαγούς αποτελέσματος φαίνεται να χάνεται στο δεύτερο μέρος, στο δάσος. Ο αρχικός εσωτερικός ρυθμός της ταινίας ξεχάστηκε και η αφήγηση από τη μέση και μετά φάνηκε να χάνει την συνοχή της αφήνοντας τον θεατή με την αβεβαιότητα για το πού οδηγείται τελικά η ιστορία. Χωρίς αμφιβολία το περιεχόμενο είχε ένα μεγάλο αριθμό από καλές ιδέες που μετουσιώθηκαν σε πολύ καλές σκηνές, ωστόσο γίνεται εις βάρος του εσωτερικού ρυθμού, της συνοχής της απόδοσης της ιστορίας. Λες και ο σκηνοθέτης δεν μπόρεσε να ελέγξει το άγχος του να καταδείξει πόσα πολλά ωραία πράγματα είχε στο μυαλό του. Λες και ο εντυπωσιασμός του θεατή από την ευρηματικότητα του σκηνοθέτη να υπερίσχυσε από ένα σημείο και μετά της ουσίας του φιλμ. Ίσως αυτό να είναι και θέμα εμπειρίας, ίσως στην επόμενη ταινία του ο Λάνθιμος να είναι περισσότερο κυρίαρχος των ιδεών του ή πιο οικονόμος στις σκηνές.

Συνοψίζοντας, θεωρώ πως το Lobster είναι μια εξαιρετική κινηματογραφική σπουδή στο ζήτημα της ερωτικής σχέσης στη μέτα-μεταμοντέρνα εποχή μας. Η ιδέα της ταινίας είναι  δοσμένη με μια σειρά από πανέξυπνες σκηνές, πρωτότυπο σενάριο, δουλεμένο προσωπικό ύφος αλλά και αρκετό άγχος που δυστυχώς θολώνει από νωρίς την αφήγηση. Εκτιμώ τον Λάνθιμο και μου αρέσουν τελικά οι δουλειές του. Νομίζω πως βρίσκεται σε ένα δρόμο μετουσίωσης των πολλών και καλών δυνατοτήτων του. Η πορεία του είναι σταθερή γιατί είναι δουλεμένη και γιατί ο ίδιος και οι συνεργάτες του δείχνουν να είναι ευφυείς και ταλαντούχοι. Περιμένω ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του αναρωτώμενος αν θα καταφέρει να κρατηθεί στο ύψος των προσδοκιών που δημιούργησε. 

30.11.12

αίμα τιμή χρυσό ταξί


Η οπτική των ταξιτζήδων θα μπορούσε να είναι και ένας μεγεθυντικός φακός στις αλήθειες των δρομολογίων μέσα στη ζωή, μιας και οι ίδιοι με ένα μοναχικό τρόπο συνδιαλέγονται με κάθε κοινωνικό στρώμα, σε κάθε γωνιά της πόλης, μέρες και νύχτες. Θα μπορούσαν οι ταξιτζήδες να είναι μόνιμοι αντιήρωες της ζωής, όταν οι ίδιοι δεν γίνονται οι ήρωες του δικού τους μικροαστικού μικρόκοσμου. Γι' αυτό η οπτική τους έχει χρησιμοποιηθεί τόσο συχνά (και επιτυχημένα) σε αυτή τη σπουδαία αναπαράσταση της ζωής, τον κινηματογράφο. 

Οι ταξιτζήδες εκείνοι που θα εμπλουτίσουν τις χειρότερες πλευρές του μικροαστισμού τους με τη βρωμιά του ελληνικού φασισμού, εμπνευσμένοι από την επιθετικότητα της "αντισυστημικής" τοποθέτησης των χρυσαυγιτών και βεβαίως την καλπάζουσα φασιστική επέλαση, μέσα από το σωματείο ταξιτζήδων της χρυσής αυγής ενδεχομένως να θεωρήσουν τους εαυτούς τους κάτι σαν κινηματογραφικούς αντιήρωες. Η εξαχρείωση της καθημερινότητας ίσως να επισημοποιηθεί ως η μεγαλύτερη εμμονή τους. Και η αϋπνία του νυχτερινού δρομολογίου να τους μετατρέψει σε υπερευαίσθητους δέκτες της μαύρης πραγματικότητας η οποία μέσα από το διαταραγμένο χρυσαυγίτικο ψυχισμό τους να πάρει μια αρρωστημένη διάσταση.

Ο χρυσαυγίτης ταξιτζής όμως δε μπορεί να είναι ο διαταραγμένος Ντε Νίρο του Σκορσέζε. Ο Ντε Νίρο, παρανοϊκός και τραυματισμένος ψυχικά εξεγείρεται μόνος και χτυπά με τη άγρια βιαιότητα χωρίς να επιτυγχάνει και τελικά καταπέφτει. Ο χρυσαυγίτης ταξιτζής αντίθετα είναι αυτό που προκύπτει όταν ο φασισμός έχει ήδη ποτίσει τη ζωή, τη καθημερινότητα, όταν έχει φωλιάσει στις μικροαστικές καταβολές του. Ο χρυσαυγίτης ταξιτζής είναι αυτός που οδηγεί το "Ταξί" του Κάρλος Σάουρα.

Τη δεκαετία του '60, ο Κάρλος Σάουρα ήταν ένας από εκείνους τους ισπανούς σκηνοθέτες που κατάφερνε τη ζοφερή πραγματικότητα του φρανκικού φασισμού να τη απεικονίζει μέσα από τους διαθλαστικούς φακούς της αλληγορίας και της μεταφοράς, σκηνοθετώντας αριστουργήματα. Το '96, δε χρειαζόταν να καταφύγει στον υπαινιγμό, είχε τη δυνατότητα να παρουσιάζει ωμά τις ανησυχίες του για τα φρανκικά κατάλοιπα και τους νεοφασίστες απογόνους του. Έτσι έφτιαξε μια ταινία που διεισδύει χωρίς ωραιοποίηση ή υπερβολικές δραματουργίες στη ζωή μιας μικρής ομάδας ταξιτζήδων της Μαδρίτης δείχνοντας την φασιστική, εγκληματική τους δράση. Οι χαρακτήρες της ταινίας έχουν ήδη μετατρέψει το μικροαστισμό τους σε φασισμό. Το πως έφτασαν ως αυτόν δεν έχει σημασία. Και τον εκφράζουν ψύχραιμα και αποφασισμένα, μέσω αποτρόπαιων εγκλημάτων απέναντι σε άτομα του περιθωρίου, σε άτομα χωρίς φωνή και μέσα υπεράσπισης των εαυτών τους, δείχνοντας πως δεν είναι κάποια έμφυτη ψυχοπάθεια που μπορεί να σε κάνει απάνθρωπο τέρας, φτάνει μόνος του ο ασπασμός της χυδαιότητας της ναζιστικής ιδεολογίας.

Ολόκληρη η ταινία του Κάρλος Σάουρα, με ελληνικούς υπότιτλους, εδώ

Μια προηγούμενη ανάρτησή μου εμπνευσμένη πάλι από μια ταινία του Σάουρα, εδώ.

24.1.12

σε τι διεφερε απο τους υπολοιπους Ελληνες


Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος πέθανε δημιουργώντας στα εβδομηνταέξι του. Πέθανε δημιουργώντας. Δημιουργώντας στα εβδομηνταέξι του.

20.12.11

αγαπημένε μου Κιμ


Ο οδυρμός των βοριοκορεατών για τη ξαφνικό θάνατο του δυνάστη τους αποπνέει έντονα ένα βαθύ αίσθημα χαμού της ελπίδας και μια αμετάκλητης αβοηθησίας και αποκαλύπτει το τρόμο της  απώλειας του μόνου λόγου που σου έχει δοθεί ως αρκετός για να υπάρχεις. Μου θύμισε μια σκηνή από μια από τις πιο σπουδαίες ταινίες του ουγγρικού σινεμά, της "Angi Vera" ("Αγαπημένη μου Βέρα" στα ελληνικά) του Pal Gabor που είχε γυριστεί το 1978. Έχω πολλά χρόνια να δω το φιλμ, αλλά η συγκεκριμένη σκηνή έχει χαραχτεί στη μνήμη μου ακριβώς γιατί απεικόνισε με αψεγάδιαστο και καλλιτεχνικό τρόπο την έκταση και το βάθος των συναισθημάτων των τεθλιμμένων βοριοκορεατών. Δυστυχώς πουθενά στο διαδίκτυο δε κατάφερα να βρω τη σκηνή γι' αυτό και θα προσπαθήσω να τη περιγράψω ελπίζοντας να καταγράψω έστω και ένα ποσοστό της ατμόσφαιράς της. 

Στα μπάνια και τα ντους της σχολής για τη "μόρφωση των διοικητικών στελεχών" του ουγγρικού ΚΚ οι επιλεγμένες φοιτήτριες, ανάμεσά τους και η Βέρα, πλένονται ανέμελα, όταν ξαφνικά από τα μεγάφωνα τούς ανακοινώνεται ο θάνατος του Στάλιν. Μπρος σε αυτό το αποτρόπαιο άκουσμα, η καθεμιά στέκει ακίνητη, βουβή, ξαφνιασμένη, σταματώντας και ξεχνώντας ίσως ό,τι έκανε. Ο σκηνοθέτης επιλέγει το γενικό πλάνο για να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα της απότομης πτώσης στο κενό, της απώλειας, όχι μόνο της ζωής ενός ανθρώπου αλλά σχεδόν και του λόγου ύπαρξης όλων των άλλων. Και γυρίζει τη σκηνή από ψηλά υποβιβάζοντας τους χαρακτήρες του σε έρμαια της ιστορίας. Όλα έδειχναν ότι τελειώνανε με αυτή τη τραγική, απότομη είδηση, η ιδέα, το σύστημα, η ίδια η ζωή. Μα όχι όμως ο χρόνος, όχι η ιστορία. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να αφήσει τη σκηνή να εξελιχθεί αποφεύγοντας τα κατ και τις κινήσεις της κάμερας και δίνει στον θεατή τη δυνατότητα να ακούει και να βλέπει το νερό που συνεχίζει να τρέχει από τις βρύσες των μπάνιων, το μόνο ίχνος κίνησης στη παρατεταμένη βουβή ακινησία, η μόνη αίσθηση του χρόνου τη στιγμή που όλα δείχνουν πως και αυτός ακόμα μπορεί και να τελειώνει. Η σκηνή, λιτή, ακριβόλογη, μέσα από την αντίστιξη των ακινητοποιημένων, αμίλητων προσώπων και του διαρκώς τρεχούμενου νερού απελευθερώνει μια απίστευτη δύναμη. 


Στα πλάνα πένθους και οδύνης από τη βόρια Κορέα, οι τεθλιμμένοι, δεκαετίες απομονωμένοι και στερημένοι από την ανταλλαγή εικόνων και εμπειριών με τον υπόλοιπο κόσμο, αμόρφωτοι, και εξαθλιωμένοι, μου βγάζουν κάτι έμφυτα τίμιο και ενσυνείδητο, έτσι αποκομμένο όπως είναι από το πλαίσιο στο οποίο εγώ το παρατηρώ. Σαν την Βέρα της ταινίας, μου φαίνονται άνθρωποι αμόλυντοι από την αστική ιδεολογία οι οποίοι πλάστηκαν μέσα από μια καθοδήγηση και μια πειθαρχία εξωφρενικού τύπου και οι οποίοι υπακούν τυφλά στη μοναδική πίστη που γνωρίζουν. Η θεοποίηση του δυνάστη τους, όπως φαίνεται από τις εικόνες, δείχνει ακριβώς γιατί ο αγώνας για το κομμουνισμό δίχως τον αγώνα για ελευθερία και διεθνισμό βάζει το θεμέλιο για τη χειρότερη τυραννία.


26.11.11

η Μαρία και οι λύκοι


Η δημοκρατία αποβλήθηκε ως απέκκριμα από το παρατεταμένα ετοιμοθάνατο σώμα της Ελλάδας λες και η περίσσεια της ήταν αυτή που οδηγούσε τους Έλληνες στον επιθανάτιο ρόγχο. Το παρόν της, ελεύθερα πια μιας και τα πιο δημιουργικά της κομμάτια εξακολουθούν ακρωτηριασμένα, αφήνεται να βρυκολακιάζει από το πρόσφατο παρελθόν. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, τα τρία αγαπημένα της τέκναναναλαμβάνουν τις τύχες της πνίγοντας τη ζωή των υπολοίπων που συνυπάρχουν μαζί τους εντός των συνόρων.  Και είναι τα τέκνα αυτά, οι ολιγάρχες της αστικής τάξης, οι νεοφασίστες του 6% και οι αιώνια επιβήτορες παπάδες της ορθοδοξίας. 

Οι ολιγάρχες, όσοι εντός της Ελλάδας ξεμείνουν από το αναγκαίο ξεκαθάρισμα, οριστικοποιούνται στην εξουσία, για να σφετεριστούν ακόμα περισσότερο πλούτο με μπροστάρη τον τραπεζίτη πρωθυπουργό. Οι νεοφασίστες, πνευματικά παιδιά του πατακού και ιδεολογικά ξαδέρφια του νορβηγού μακελάρη Μπρέιβικ, θριαμβευτές από κυβέρνηση και τηλεοράσεις, θα κηρύττουν τον τρόμο, την υποταγή, τη καταπίεση για να κάνουν τον πολίτη όπως τον θέλει ο φασισμός. Και οι παπάδες, αιωνόβιοι στη παρουσία τους και ακάθεκτοι στη κυριαρχία τους, θα συνεχίσουν να υποκρίνονται τη ευλάβεια, τη πίστη και τη φιλανθρωπία σκεπάζοντας με το πρόσχημα της θείας παρέμβασης τη πιο βρώμικη συνδιαλλαγή τους με τα υπόλοιπα δύο τέκνα. Οι τρεις γόνοι που ανέλαβαν την Ελλάδα γνωρίζουν καλά το ρόλο τους απ' τα παλιά. Οι ολιγάρχες, με το νόμο και το κράτος στο πλευρό τους, θα συνεχίσουν να πίνουν το αίμα της κοινωνίας, οι νεοφασίστες θα σπέρνουν το μίσος και το διχασμό με τον φανφαρονισμό και τη χυδαιώδη πατριδοκτησία τους, και όλοι αυτοί θα τα κάνουν αυτά με τη "θέληση του θεού" βεβαίως βεβαίως, για να είναι σίγουροι πως οι υπόλοιποι δε θα μπορούν να στήσουν μια ζωή ούτε καν στα ερείπια. 

ΥΓ. Ο τίτλος και η ανάρτηση είναι εμπνευσμένες από τη ταινία "Anna y los lobos" του Κάρλος Σάουρα (1972), μια θαυμάσια αλληγορία για την φρανκική Ισπανία που τη κατασπάρασσε ο φασισμός, η μεγαλοαστική ολιγαρχία και ο καθολικισμός. Ποτέ δε μπορούσα να φανταστώ ότι μια τέτοια αλληγορία θα μπορούσε να πλέον αναζητήσει την έκφρασή της και στη χώρα απ' όπου κατάγομαι. 

3.5.11

Γυναίκα-Μπικίνι-Τραγικό


Ως έφηβος διατηρούσα μια παράλογη επιθυμία που σχετιζόταν με δύο σημαντικούς για μένα ανθρώπους: Τον Αντώνη Σαμαράκη και τον Θανάση Βέγγο. Ήθελα να βρεθώ στο κατώφλι της εξώπορτάς τους, κρατώντας ένα κουτί σοκολατάκια, να κτυπήσω το κουδούνι και να πω καλησπέρα, ήρθα να σας επισκεφτώ, μπορώ να κουβεντιάσω για καμιά ώρα μαζί σας; Αυτή η επιθυμία στηριζόταν προφανώς στην φαντασιωσική θεώρηση αυτών των ανθρώπων ως ηρώων και δυστυχώς δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Κοιτώντας πίσω τώρα και αναπολώντας συγκεκριμένα τους νοερούς μου δεσμούς με το Θανάση Βέγγο, καταλαβαίνω ότι η εικόνα του ως ήρωας ήταν εντελώς πλαστή και δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη παραπάνω επιθυμία. Προσπαθώ παρακάτω να καταλάβω το γιατί: 
Ο Θανάσης Βέγγος αμφιβάλλω αν είχε λόγο ύπαρξης για τους Έλληνες τις τελευταίες 3 δεκαετίες. Η βιοπάλη και η επιβίωση ως φτωχοδιάβολος, η ταξική καταπίεση και αλληλεγγύη, η ρομαντική ευελιξία του "πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη", ο άκρατος σουρεαλισμός που η σύγχρονή του κοινωνία μπορούσε να τον κατανοήσει μόνο ως "τρέλα", ο ύστερος συντηρητικός μικροαστισμός του, όλα αυτά που κυρίως ενσάρκωσε στις περισσότερες από τις 107 ταινίες που έπαιξε αποτελούσαν για χρόνια πια κατάλοιπα ασπρόμαυρου κινηματογραφικού δράματος που είχαν πάψει να αφορούν τους Έλληνες. Οι τελευταίοι ζούσαν αυτά τα χρόνια κοιμισμένοι στο όνειρο του απότομου πλουτισμού τους, η επιβίωση είχε μετατραπεί για αυτούς σε κατανάλωση, ο φτωχοδιάβολος σε αξιοσέβαστο  μεγαλοαστικό λαμόγιο, η αλληλεγγύη σε μποτιλιάρισμα στην Αττική οδό. Μόνο ο μικροαστισμός παρέμεινε ο ίδιος απλά είχε αποκτήσει ένα καινούργιο περιτύλιγμα, διάβαζε nitro ή lifo και ενίοτε έκανε διακοπές δίπλα σε κοσμικές προσωπικότητες. Βέβαια το όνειρο τελείωσε και μάλιστα όχι τόσο λυτρωτικά όσο οι ονειροπολήσεις του Βέγγου σε μερικές απ' τις ταινίες του. Τώρα βρισκόμαστε πια μόνοι μας μη γνωρίζοντας πώς θα αντιπαλέψουμε τη μίζερη ζωή που το κοντινό μέλλον επιφυλάσσει για μας. Τώρα μπορούμε να πανικοβληθούμε ελεύθερα σαν διαπιστώνουμε με τρόμο πως ο Θανάσης Βέγγος ήταν ήδη νεκρός, για  πολλά χρόνια και δεν το είχαμε καθόλου πάρει χαμπάρι. 

Αν βρισκόμουν στην Ελλάδα, θα υπάκουα επιτέλους σε εκείνο το φαντασιακό των εφηβικών μου χρόνων και θα τον συνόδευα στη κατοικία του, έστω και σε αυτή που τώρα είναι η τελευταία. Νιώθω ότι θα ήθελα να φωνάξω στη κηδεία του, παρέα με όσους αισθάνονται αυτή τη γενικευμένη κατάφωρη καταπίεση. Όχι για να τον αποχαιρετήσω σαν ήρωα/ενσαρκωτή αξιών που δε γνώρισα ποτέ αλλά γιατί τόσα χρόνια το μόνο που έκανα ήταν να γελάω μαζί του. 



ΥΓ.1 Ο τίτλος είναι ο γρίφος που προσπαθεί να λύσει ο Πράκτωρ Θ-Β με το σύντροφό του ΜΑΠ-31 (Αντώνη Παπαδόπουλο) στη σουρεαλιστική ταινία "Θου Βου φαλακρός πράκτωρ Επιχείρησις Γης Μαδιάμ" (σκην. Θ. Βέγγος, 1969)

ΥΓ.2 Από τις αμέτρητες αξιομνημόνευτες στιγμές του στον λαϊκό κινηματογράφο, οι 5+1 παρακάτω είναι αυτές στις οποίες δε μπορώ ακόμα να αντισταθώ:
  1. Το ξενοδοχείο με το ακραίο όνομα "Χρυσή Αυγή" στον Πόρο που είχε την ατυχία να επιλέξει για το μοναχικό του παραθερισμό στο "Τύφλα να 'χει ο Μάρλον Μπράντο" (1963)
  2. Το κυνήγι της μικρής αδερφής στο όνομα της αξιοπρέπειας στο σκοτεινό και γεμάτο καπνούς nightclub  που διακοπτόταν από το ξέφρενο χορό των θαμώνων, στον "Παπατρέχα" (1966)
  3. Η ωμή βία απέναντι στο φτωχό σκυλάκι της μεσήλικης παχύσαρκης κυρίας, από την ίδια ταινία. Σφουγγάριζε το πάτωμα του θυρωρείου της πολυκατοικίας και αυτό τόλμησε να κατουρήσει. Εκείνος, χωρίς να το σκεφτεί, το αρπάζει και το βουτάει με οργή και αγανάκτηση στο κουβά. Τα ουρλιαχτά του σκύλου στη ταινία είναι αληθινά. 
  4. Η φανταστική αντίδραση του παραγωγού της ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ όταν πληροφορείται από το σκηνοθέτη ότι για την ταινία που γυρίζουν μυστικά κινηματογραφώντας τις αποτυχίες του Θ-Β δεν υπάρχει σενάριο: "α, nouvelle vague δηλαδή!", από την ταινία "Θου Βου φαλακρός πράκτωρ Επιχείρησις Γης Μαδιάμ" (1969)
  5. Το ασήκωτο, καταθλιπτικό βλέμμα του ως Θωμάς στον "Ηλία του 16ου" (1959). Μόνο αυτό έφτανε για να νομιμοποιήσει ηθικά τη ροπή προς το μικροέγκλημα κάθε λογής φτωχοδιάβολων που πάλευαν για μια μίζερη ζωή στη ρημαγμένη κοινωνία της εποχής του. 
  6. τούτη η αριστουργηματική σεκάνς 

    20.10.10

    θα έχουμε πάντα το Παρίσι


    Το ιδιαίτερο με τις μαζικές, γενικές απεργίες των Γάλλων είναι ότι ως λαός, μέσα σε κλίμα αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης, καταφέρνουν και επαναπροσδιορίζουν και πάλι το νόημα της "εθνικής αξιοπρέπειας", με το τρόπο που οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα ίσως από κάθε άλλο λαό της Ευρώπης. Μια αξιοπρέπεια που -με λαμπρή εξαίρεση την απόρριψη του ευρωσυντάγματος το '05- οι ίδιοι δέχονταν να κακοποιείται επί χρόνια: Θυμάμαι εκείνες τις διαβόητες επαναληπτικές προεδρικές εκλογές του 2003 όπου, προδομένοι και κατά συρροήν, οι αριστεροί Γάλλοι αναγκάστηκαν να ψηφίσουν Σιράκ ώστε να μη βγει η λεπενική ακροδεξιά, τους "αλήτες" των παρισινών προαστίων του 2005 που συνέτριψε η "μηδενική ανοχή" του Σαρκοζί, και τις πρόσφατες ρατσιστικές απελάσεις των Ρομά πασπαλισμένες εντέχνως με το κοσμικό μακιγιάζ της πρώτης κυρίας του. 
    Παρακολουθώντας τις εξελίξεις και με μια δόση ανεπιτήδευτης εξιδανίκευσης δε κατάφερα να αντισταθώ στο συνειρμό: ο Ρικ (Humphrey Bogart) και ο Βίκτορ (Paul Henreid), λίγο πριν λογομαχήσουν για το χρήμα και μια γυναίκα, ακούνε τους Γερμανούς αξιωματικούς που πίνουν στο μπαρ να τραγουδούν το ναζιστικό ύμνο "Horst Wessel Lied". Αμέσως ο Βίκτορ πηγαίνει στην ορχήστρα του μπαρ διατάσσοντάς τους να παίξουν τη Μασσαλιώτιδα, το γαλλικό εθνικό ύμνο. Ο  Ρικ αλληλέγγυα γνέφει τη συγκατάθεση. Ακολουθούν 60 δεύτερα διαδοχικών κινηματογραφικών κατ που εξηγούν με την απλότητά τους τι ακριβώς θα έπρεπε να σημαίνει "πατριωτισμός" αν η λέξη κατάφερνε ποτέ να δικαιολογήσει το νόημά της και πώς η αξιοπρέπεια θα μπορούσε να είναι μόνο το αποτέλεσμα της οργανωμένης έκφρασης της επιθυμίας. 

    20.5.10

    απ' τα δυο τρία πράγματα που ξέρω γι΄αυτόν

    Σαν χθες, 42 χρόνια πριν, ο Γκοντάρ και ο Τρυφώ ηγήθηκαν μιας "επαναστατικής" επιτροπής που αποφάσισε τη κατάληψη και τη διακοπή του φεστιβάλ των Καννών. Ετσιθελικά. Συμπαραστάτες τους οι Λελούς, Φόρμαν, Ρενέ, Σαμπρόλ και Μπερί. Στην επιστολή που συνέταξαν και διάβασαν τονίζονταν τα εξής: «Καθετί με μια έστω ρανίδα αξιοπρέπειας και σημασίας έχει πάψει να λειτουργεί αυτή τη στιγμή στη χώρα. Δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσε να γίνει γνωστό καθώς δεν υπάρχουν εφημερίδες, πρέπει πάντως πάση θυσία να γνωστοποιηθεί στους συμπατριώτες μας ότι το φεστιβάλ διεκόπη». Πιο πριν, ομάδα φοιτητών και κινηματογραφιστών υπό των Γκοντάρ και Τρυφώ είχαν διακόψει προβολές διακυρήσσοντας την αλληλεγγύη του γαλλικού σινεμά στις γενικές απεργίες και την άρνησή τους να "γίνουν τα μέσα μιας γενικής αποβλάκωσης στην υπηρεσία μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που αμφισβητούν". Οι στόχοι τους, ίδιοι με αυτούς των εργατών που βρίσκονταν στον αγώνα: η "αλλαγή της οργάνωσης των μέσων παραγωγής και διανομής, η κατάργηση των απαγορεύσεων". Απαίτησαν να κάνουν "ελεύθερο κινηματογράφο ενός ελεύθερου λαού". Ήταν λίγο πριν η νεολαία, η εργατική και ένα κομμάτι της αστικής τάξης της Γαλλίας παραλίγο να εγκαταστήσουν τη φαντασία στην εξουσία. Και  ήταν ο Γκοντάρ ένας από αυτούς. 
    Ο ίδιος που σήμερα, 42 χρόνια μετά, αποδεικνύει πως η νεότητα είναι εγγενές στοιχείο στην ανθρώπινη προσωπικότητα και πως το ελεύθερο πνεύμα ύπταται όταν απαιτηθεί φυσικών νόμων και ετερόφωτων προσωπείων. 
    Και αφού εμείς δε μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή του ελεύθερου πνεύματος στη γλώσσα μας, μιας και περιμένουμε ακόμα την αφύπνιση της διανόησης από τη ναρκισσιστική της κατάνυξη, ας ακούσουμε αυτόν τουλάχιστο να συνεχίζει να το λέει σε ολόκληρο τον κόσμο. 
    Και αφού, ίσως δε ζήσουμε την όμορφιά των λόγων του, ας απολαύσουμε λίγο από την ομορφιά των εικόνων:

    11.5.10

    αυτή τη πέμπτη στους κινηματογράφους

    Δεκαετία του 50. Σε ένα απομονωμένο σφαγείο πλησίον της βουλής, μια εργάτρια γεννάει τρία παραμορφωμένα μωρά καθώς πακετάρει φρεσκοσφαγμένο κρέας. Το μωρά θα πεταχτούν στα σκουπίδια, καθώς όσοι τα βλέπουν πιστεύουν πως είναι νεκρά. Όμως, το κλάμα τους θα τραβήξει την προσοχή ενός νεαρού βουλευτή που θα τα υιοθετήσει. Και θα τα ονομάσει Γιωργάκη, Γιώργο και Αντώνη.
    60 χρόνια μετά: Μετακαραμανλική άνοιξη. Ο πόλεμος στο Ιράκ μαίνεται ενώ στην Ελλάδα υπάρχει έντονη οικονομική κρίση. Το κράτος κλείνει και ο κόσμος εγκαταλείπει το μέρος για να βρει την τύχη του αλλού. Όχι, όμως και οι τρεις ήρωες. Ο Γιωργάκης, ο Γιώργης και ο Αντώνης έχουν γίνει νιντζάκια. Ζουν ακόμα με τον νεαρό βουλευτή που είναι πλέον βλοσυρό-αθάνατο τέρας και εκπαιδεύονται στο κουνγκ φου από τον κοντό ο οποίος τελικά αποκαλύπτεται πως είναι κουνγκ φου μάστερ από τη κίνα. 
    Η ιστορία τους είναι  μια ιστορία θάρρους, φιλίας και αγάπης για τη πατρίδα και αρχίζει όταν ένας αχόρταγος συμμαθητής τους ανοίγει από ανικανότητα την έβδομη πύλη του ΔΝΤ. Μια φρικτή κατάρα τότε πραγματοποιείται και από την ανοιχτή  πύλη τα ζόμπι εξορμούν προς άγραν ανθρώπινης σάρκας. Και τότε τα τρία νιντζάκια, με μπροστάρη τον Γιωργάκη, τον πιο ντελικάτο από τους τρεις και με τη λιγότερη πίστη στον εαυτό του, αναλαμβάνουν δράση. Χάρης στις μαγικές δυνάμεις του τέρατος και τις τεχνικές του κουνγκ φου, οι τρεις ήρωες καταφέρνουν να προστατέψουν τα ζόμπι από τις απειλητικές διαθέσεις των ανθρώπων. Χωρίς ηθικούς φραγμούς, συλλαμβάνουν όποιον βρεθεί στο δρόμο και υπόσχονται πως το κρέας του θα αποτελέσει το... δείπνο για την πεινασμένη οικογένεια του ΔΝΤ 
    Στο μεταξύ, στην τελευταία τους εκδρομή με αυτοκίνητο, λίγο πριν φύγουν για μετανάστες, δυο ξαδέλφια, ο Αλέξης και η Αλέκα, μαζί με τις κοπέλες τους, θα πάθουν ένα μικρό ατύχημα. Και ο δρόμος τους θα τους φέρει αντιμέτωπους με την φρικιαστική - κανιβαλιστική τριάδα του Γιωργάκη, του Γιώργη και του Αντώνη... 
    Με λίγα λόγια, ταινία ορόσημο που ξεπερνάει τα όρια του φρικιαστικού και του αβάσταχτου.  Σε όλο το φιλμ, ο θεατής γίνεται μάρτυρας πολλών αυθεντικών σκηνών φρίκης και σεξ που γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικές χάρης την καταπληκτική ερμηνεία των τριών πρωταγωνιστών. Η ταίνία είναι η πραγματική απάντηση της Ελλάδας στην Αργεντινή.
    Από τους παραγωγούς της τεράστιας επιτυχίας "Το μεγάλο Φαγοπότι", μια ταινία σκληρού ρεαλισμού. Δε θα το χάσετε με τίποτα!

    Αυθεντικός τίτλος: Tα Nιντζάκια
    Εναλλακτικός Τίτλος: IMF Chainsaw Massacre : The Beginning
    Υπότιτλοι: Ναι
    Ημερομηνία: 2010
    Πρωταγωνιστούν: G. Papandreou 2nd, A. Samaras, G. Katatzaferis
    Guest stars: K. Mitsotakis, K. Simitis. K. Karmanlis
    Σκηνοθέτης: G. Papakonstantinou
    Γλώσσα: Ελληνικά
    Διάρκεια Ταινίας (έτη): 10
    Χώρα: United States
    Πρόσθετες Παροχές: extras
    Ήχος:  dolby digital 5.1
    Εικόνα: 16.9

    7.11.09

    remember, remember the 5th of November

    με αφορμή τη νύχτα του Guy Fawkes (ή αλλιώς Bonfire night), μια νύχτα που στο Λονδίνο γιορτάζεται με πλήθος πυροτεχνημάτων κατά μήκος του ποταμού, διάβασα και είδα ξανά την ενδιαφέρουσα ιστορία του V for Vendetta (που στηρίζεται στην ιστορία του Guy Fawkes και των συντρόφων του).
    Ο βασικός χαρακτήρας, ένας μασκοφόρος "τρομοκράτης", που ζει σε μια δυστοπική μελλοντική κοινωνία, και δρα απέναντι σε καταστάσεις οικείες ιστορικά  σε εμάς, που υπαγορεύουν ανατριχιαστικά ένα πιθανό κοντινό μας μέλλον: παντοδύναμοι μηχανισμοί ελέγχου, κατασκευασμένη και καθοδηγούμενη (παρα)πληροφόρηση και προπαγάνδα, φασιστική προσήλωση στον ηγέτη και ολοκληρωτισμός, ανελευθερία ως το τίμημα της ασφάλειας, αποκαθήλωση της ιδιωτικής ζωής ως αυτονόητο δικαίωμα, κα. 
     Η δράση του είναι μοναχική, ατομική, μισεί την εξουσία και ενεργεί  αντεξουσιαστικά, λειτουργεί άλλοτε σαν υπερήρωας και άλλοτε σαν Δον Κιχώτης, ορμώμενος από προσωπικά κίνητρα που όμως ταυτίζονται με της κοινωνίας σε ένα δεύτερο βαθμό μόνο. Ωστόσο ούτε μια στιγμή δεν αποδεικνύει πολιτική συγκρότηση ή σαφή ιδεολογική κατεύθυνση, εκτός ίσως από την απόφαση να θυσιάσει και ο ίδιος τη ζωή του στην απαίτηση τού να μη μείνει τίποτα που να θυμίζει το παλαιότερο καθεστώς (ούτε ακόμα και αυτός που το συνέτριψε).
    Σκέφτομαι ότι η α-πολίτικη αντιεξουσιαστική του στάση, στο όνομα μιας αναγκαίας αλλά ακαθόριστης δικαιοσύνης και ελευθερίας, είναι αυτή που λειτούργησε ενωτικά για τη κοινωνία η οποία στη τελευταία σεκάνς κατεβαίνει μαζικά στο δρόμο, κάτω από την ανωνυμία της μάσκας (που φέρει όμως το δικό του πρόσωπο), στηρίζοντας άμεσα τα -άνευ πολιτικής θέσης- σχέδιά του για πλήρη ανατροπή του καθεστώτος. Είναι όμως η ίδια α-πολιτική στάση που οδηγεί μια κοινωνία στο καθεστώς που η ταινία προσδοκά να ανατρέψει: τον ολοκληρωτισμό. Αυτή η αντίφαση φαίνεται η πλέον κρίσιμη για τη κοινωνία που θα προκύψει.

    3.11.09

    ...και κούφια λόγια πια να μη πουλήσω...

    Στο Μεφίστο, την αριστουργηματική ταινία του Ίστβαν Σζάμπο, ο πρωταγωνιστής, ένας υπερταλαντούχος θεατρικός ηθοποιός προσαρμόζει την ψυχή και την τέχνη του στις ναζιστικές απαιτήσεις, για να καταλάβει στο τέλος, όταν απομένει μόνος με τον εαυτό του,  άβουλο όργανο των επιλογών του, ότι ο αυτοσεβασμός δε μπορεί να διαμελιστεί στις επιμέρους εκφράσεις του.
    Το παραπάνω μου ήρθε στο νου παρακολουθώντας τη σπασμωδικότητα ενός νεαρού έλληνα  καλλιτεχνη επαγγελματία εκτεθειμένου στο κοινό, με ένα απλοϊκό βίντεο αρχικά και με μια δήλωση μετάνοιας στη πορεία.

    Η τόσο αφελής προσέγγισή του σε αυτό το σοβαρό πολιτικό και θεσμικό ζήτημα -εν είδη σάτιρας που όμως στη πραγματικότητα στερούταν προκλητικά πολιτικής στάσης- άφηνε υπόνοιες για το κενό που εξυπνακίστικα κρύβεται κάτω από τον εναλλακτισμό του.
    Η απάντησή του είναι ένα μνημείο αποπολιτικοποίησης, αυτοκατάρ- γησης ως πολιτικού όντος και ανεξήγητης υποταγής στη "πειθώ" κάποιων ασπόνδυλων ακροδεξιών.
    Για το μόνο ουσιαστικό ζήτημα που πραγματικά προέκυψε από αυτή την ιστορία, αυτό της ελευθερίας της γνώμης δηλαδή, δεν άρθρωσε λέξη, επιβεβαιώνοντας ότι το κενό περιεχόμενου βίντεο που δημιούργησε δεν ήταν απλά μια ατυχής έμπνευση.
    Η στάση του προσβάλλει καθένα που πραγματικά θεωρεί τη παρέλαση μια μιλιταριστική μπούρδα και την εθνική συνείδηση μια αυταπάτη. Η στάση του προσβάλλει ακόμα και αυτούς που έχουν  ξεμείνει με αυτή την ελάχιστη, τελευταία ψευδαίσθηση πίστης στη δημοκρατία που ζούμε.

    Η στάση του είναι το καλύτερο παράδειγμα ότι ο εναλλακτισμός χωρίς ιδεολογία είναι μόνο λάιφστάιλ.

    Και ο Μπραντάουερ, στη τελευταία,  καθηλωτική σκηνή του "Μεφίστο", λουσμένος στο φως των προβολέων, χαμένος μες στον προσωπικό του αποπροσαναταλισμό, συνειδητοποιεί και αναφωνεί: "μα τι πια θέλουν από μένα; εγώ μόνο ένας καλλιτέχνης είμαι΄..."

    Το "Μεφίστο", η ταινία του Ούγγρου Ίστβαν Σζάμπο (1981), είναι μια ελεύθερη διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του Κλάους Μαν (1936), που το εμπνέυστηκε με τη σειρά του από τον Φάουστ του Γκέτε.
    Ο τίτλος είναι από τη "νύχτα", το πρώτο μέρος του Φάουστ, εκδ. Γράμματα 


    14.8.09

    υπάρχουν διόδια στις φαντασιώσεις;

    μαζική έξοδος ενόψει δεκαπενταύγουστου οι τελευταίοι των Μοϊκανών με κάθε μέσο εγκαταλείπουν τα αστικά κέντρα οι αδειούχοι με σύμμαχο τον καλό καιρό ουρές σχηματίζουν τα αυτοκίνητα στο ρεύμα εξόδου όπου φύγει φύγει με αεροπλάνα και βαπόρια φεύγουν και οι τελευταίοι κορυφώνεται η έξοδος με πληρότητα που αγγίζει το 100% αυξημένη είναι από το πρωί η κίνηση των οχημάτων στις δύο εθνικές οδούς...

    Η έξοδος του Δεκαπενταύγουστου μοιάζει η ιερότερη όλων των αστικών αξιών. Είναι η αυθεντικότερη και πιο ηγεμονική απεικόνιση του τρόπου που έχουμε επιλέξει να ζήσουμε μέχρι να πεθάνουμε και το πραγματικό της νόημα βρίσκεται στο ακατανόητο πάθος της πραγματοποίησής της: η συνειδητοποίηση της ανάγκης της αίσθησης ότι εξακολουθούμε ζωντανοί και όχι αναπνέοντες νεκροί του γραφείου και του υπολογιστή.
    Αλλά αυτό δε φτάνει για να δώσει στην έξοδό μας αξία μεγαλύτερη από ένα διάλλειμα για τσιγάρο στο γραφείο ή ανανέωσης του status στο facebook. Γιατί στη πραγματικότητα αυτή η έξοδος υπάρχει για να αφεθούμε, να ενδώσουμε ανερυθρίαστα στη διαστροφή.
    Μα μέσα στο κομφούζιο των διοδίων και της ουράς στο μπαρ του πλοίου, ο αρχικός ενθουσιασμός της υποταγής στη διαστροφή χρειάζεται να μεταπέσει σε ντελίριο για να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει. Για να συνειδητοποιήσουμε τότε πως το ντελίριο είναι μόνο το πρώτο βήμα, η ασφαλέστερη μάσκα της φαντασίωσης ενός (τι έκπληξη!) τροχαίου ή ενός διήμερου ακατάπαυστου σεξ με αγνώστους. Και η φαντασιωσική αναγκαιότητα, όσο το πλήθος των συνταξιδιωτών αυξάνει, γεμίζει με χαρούμενες, καταπιεσμένες ακατανόμαστες εικόνες: βιασμούς, δολοφονίες, λεηλασίες, ίσως και κανιβαλισμό υπό το ευγενές σάουντρακ των απελπισμένων κραυγών μιας γυναίκας-επιζώντος ενός φρικτού τροχαίου.
    Πόσο ασύμφορη είναι για ένα αστό η πραγματοποίηση των απόκρυφων φαντασιώσεων σε μια ακόμα έξοδο του δεκαπενταύγουστου! Βλέπει δίπλα του τον/την συνοδηγό, αντιλαμβάνεται πως αποτελεί το λιγότερο από ό,τι ποτέ έχει επιθυμίσει και χαμογελά συγκαταβατικά, όχι στο συνοδηγό, στη μοίρα. Βάζει πρώτη και φεύγει γιατί αλλιώς θα βρει μπροστά το μένος του αγανακτισμένου υπάλληλου των διοδίων που βρίζει σιωπηλά μπρος στη θέα χιλιάδων αυτοκινήτων να περιμένουν ανυπόμονα και αυτά τη δική τους εκπλήρωση της ετήσιας αυγουστιάτικης φαντασίωσης.

    Το παρακάτω βίντεο είναι απόσπασμα από το "weekend" του Γκοντάρ. Σε ένα ασύλληπτο μονόπλανο διηγείται το μποτιλιάρισμα των αστών σε κάποια γαλλική εξοχή ένα παρόμοιο σαββατοκύριακο.

    6.8.09

    Hiroshima/mon amour


    HE: You saw nothing in Hiroshima.
    SHE: I saw everything. Everything...

    SHE: I saw the newsreels.
    On the second day, History tells,
    I'm not making it up,
    on the second day certain species of animals rose again from the depths of the earth and from the ashes.
    Dogs were photographed for all eternity.
    I saw them.
    I saw the newsreels.
    I saw them.
    On the first day.
    On the second day.
    On the third day.
    HE: You saw nothing. Nothing.

    HE: You made it all up
    SHE: Nothing

    όλα/τίποτα

    Hiroshima/mon amour

    το αριστούργημα του Αλέν Ρεναί επιβεβαιώνει τη σχέση μας με την ιστορία: είμαστε αιχμάλωτοί της, καταδικασμένοι να αντιλαμβανόμαστε μονάχα την αμφισημία της, έρμαια της ζοφερής ατέλειας της μνήμης.

    SHE: Just as in love
    this illusion exists,
    this illusion of being able never to forget,
    so I was under the illusion that I would never forget Hiroshima
    Just as in love

    Αγκαλιασμένα σώματα, γυμνά, πυρακτωμένα από έρωτα ή από 10.000 πυρηνικούς βαθμούς
    το όμορφο (mon amour) και το τρομακτικό (Hiroshima) σε μια άβολη συμμαχία.

    καταστροφή/αγάπη
    ψευδαίσθηση/μνήμη
    Hiroshima/mon amour

    SHE: γιατί να αρνούμαστε τη προφανή αναγκαιότητα της θύμησης;

    όλη η ταινία εδώ

    23.2.09

    το sequel της χρονιάς

    (1987) the κόπανοι, η μεγάλη επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου


    (2009) the κόπανοι νο2, η επιτυχία συνεχίζεται...

    οι πελάτες μας ψώνισαν και αυτό

    Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

    διάβασε και αυτό

    AddThis