Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ματαιόδοξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ματαιόδοξα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.12.16

Ελπίδα, όχι αισιοδοξία

Ο Βασίλης Αλεξάκης ανήκει εδώ και χρόνια στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Η ευρύτερη θέση και στάση του στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα έχει πάντα βαρύνουσα σημασία για μένα ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν συμφωνώ πλήρως με αυτή. Στα κείμενά του, και όχι μόνο στα μυθιστορήματα, η λέξη, η μνήμη, η ιστορία, η μετανάστευση, η πατρίδα, η ταυτότητα έχουν κεντρική σημασία. Όταν διαβάζω τα κείμενά του, πολλές φορές έχω βρει τον εαυτό μου να επεξεργάζεται μια ιδιότροπη ταύτιση όχι τόσο με τον ήρωα αλλά με το πρόσωπο-συγγραφέα που αναγκάζει τον ήρωα να αντιπαλέψει με τις έννοιες αυτές. 

Έπεσα πρόσφατα πάνω ένα άρθρο για τον Αλεξάκη στην Εφημερίδα των Συντακτών. Όλο το άρθρο βρίσκεται εδώ. Σε αυτό στάθηκα σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι: 
«Οταν ζεις από το 1969 στο Παρίσι, η Ελλάδα γίνεται μια μυθική χώρα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα της κρίσης προσγειώθηκα στην πραγματικότητα. Κατάλαβα ότι η χώρα δεν είναι αυτό που νόμιζα εγώ όταν έκανα μπάνια τα καλοκαίρια στην Τήνο. Γνώρισα όμως και μια κυρία 105 χρόνων, τη Λιλή Αλιβιζάτου -σύζυγος γιατρού και αδελφή του Γιώργου Θεοτοκά-, με την οποία κλείνει το βιβλίο. Αυτή μου είπε: “Αφού θα μιλήσετε για τον τόπο μας, κάντε το με γλυκύτητα, με κατανόηση, μη μας ταπεινώσετε”. Ετσι, νιώθω υποχρεωμένος να είμαι αισιόδοξος... Ασφαλώς, ζούμε πολύ δύσκολα χρόνια, βλέπω την κατάθλιψη των φίλων, είναι στιγμές που νομίζεις ότι έχουμε χάσει τον ελληνικό ήλιο, αλλά παραμένω αισιόδοξος. Από αγάπη για την Ελλάδα», τονίζει. «Είναι μια χώρα όπου γυρίζεις, παρά φεύγεις».
Υπήρξε μια πρόταση στο παραπάνω απόσπασμα που κέντρισε την προσοχή μου. Ήταν τα λόγια της Λιλής Αλιβιζάτου. Ειδικά η παράκληση για κατανόηση, η ελπίδα της μεταχείρισης με γλυκύτητα, η προτροπή της αποφυγής της ταπεινώσης. Σαν όλος αυτός ο βόρβορος να έχει κρύψει κάτι, λες και κάτω από τη βρωμιά να υπάρχει ακόμα περιθώριο για οξυγόνο. Μη μας ταπεινώσετε. Το δικαίωμα της αξιοπρέπειας που εξέπεσε από αντικείμενο πάλης και μετατράπηκε στο ζητούμενο μιας προτροπής. Βγαλμένο από τα χείλη μιας υπεραιωνόβιας αστής. Μη μας ταπεινώσετε. Μη μας φωτίσετε -θα έλεγα εγώ συνεχίζοντας το σκεπτικό της- το προσωπείο μας, τον πολιτισμό μας, τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδύναμους, στους ευάλωτους, σε αυτούς που βρίσκονται σε ανάγκη. 
Ο Βασίλης Αλεξάκης απαντά σε αυτή τη προτροπή με συμπάθεια. Γίνεται μάρτυρας της κατάθλιψης αλλά επιμένει στην αισιοδοξία. Η αισιοδοξία, μια πολύπλοκη νοητική στάση επιπλεγμένη από συναισθηματικές και γνωσιακές καταστάσεις, μετατρέπεται μπρος στην συγκεκριμένη προτροπή σε υποχρέωση. Σε καταναγκασμό. Θα ήθελα να ρωτήσω τον Αλεξάκη περισσότερα γι' αυτό, θα ήθελα να μου το εξηγήσει. Γιατί αισιοδοξία; Και γιατί επιβολή της αισοδοξίας; Διότι, μέσα σε αυτήν την επιβολή, σε αυτόν τον καταναγκασμό, εγώ βλέπω την άρνηση του θυμού, της οργής. Βλέπω την σκόπιμη εξαφάνιση της θλίψης, της απώλειας. Σαν αυτά τα συναισθήματα να μη μπορούν να κρατηθούν μέσα μας σαν κοινωνία. Σαν να απαγορεύεται να παραμένουν εντός μας, να μην επιτρέπεται να γίνουν το αντικείμενο επισκόπησης, ενδελέχειας, (αυτο)κριτικής. Σαν να πρέπει ντε και καλά να τα ξεφορτωθούμε, να τα απορρίψουμε, να τα αντικαταστήσουμε με το έτσι θέλω με μια αισιοδοξία. 
Ο ήλιος της Ελλάδας είναι όντως υπέροχος αλλά δεν φτάνει. Μέσα από αυτού του είδους την καταναγκαστική αισιοδοξία, η δημιουργική ισχύς πολύ δύσκολων συναισθημάτων χάνεται. Η κατανόηση που η κυρία Λιλή ζητά από τον Βασίλη Αλεξάκη είναι πράγματι μια σπουδαία αρετή, απαραίτητη για την ανοικοδόμηση μιας τσακισμένης κοινωνίας. Μα για να υπάρξει κατανόηση χρειάζεται αυτή να ζυμωθεί από την επαφή με τη θλίψη. Η γλυκύτητα που η κυρία Λιλή ζητά από τον Βασίλη Αλεξάκη είναι χωρίς αμφιβολία  ζωογόνος δύναμη στη μιζέρια των χρεωμένων ανθρώπων. Αλλά χρειάζεται πρώτα να πλαστεί ξανά απ' τον θυμό. Και η αξιοπρέπεια αντί της ταπείνωσης που η η κυρία Λιλή ζητά από τον Βασίλη Αλεξάκη χρειάζεται και αυτή να ξαναπάρει σχήμα απ' την οργή και την απώλεια. 
Και αν συμβούν όλα αυτά, δεν είναι η αισιοδοξία αυτό που προκύπτει, αλλά η αποδόμηση της απελπισίας. Η ίδια η ελπίδα.  



26.1.16

Ένας χρόνος τι ακριβώς;

Σκεπτόμενος τι μνημονεύεται ακριβώς στην πρώτη επέτειο της κυβέρνησης της Αριστεράς κατάλαβα γρήγορα ότι δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να προσθέσω στην πολιτική ανάλυση αυτού που πιστεύω ως καθολική αποτυχία της μέσα στον πρώτο της χρόνο. Βλέποντας σε αυτήν την ανάρτηση την επέτειο από ένα πρίσμα αποκλειστικά συναισθηματικό/φαντασιακό, θεωρώ ότι την κυβέρνηση της αριστεράς όπως τη γνωρίσαμε την έθρεψαν τα επιμέρους κομμάτια μιας μαζικής, συλλογικής φαντασίωσης για το τι θα σήμαινε ο Σύριζα να αναλάβει την εξουσία. Κομμάτια ατάκτως τοποθετημένα σε έναν στην πραγματικότητα άδειο πολιτικό καμβά από καθέναν από όσους πιστέψαμε ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν δυνατή.
Η φαντασίωση για την κυβέρνηση της αριστεράς ως μια πρωταρχική ασυνείδητη νοητική διαδικασία πηγάζει από το παρόν μας και το παρελθόν μας. Ίσως θα είχε ενδιαφέρον να κοίταζε κανείς ακριβώς αυτές τις νοητικές πηγές προέλευσης αλλά τώρα θα ήθελα να σταθώ κάπου αλλού. Αυτή η φαντασίωση, όπως και κάθε φαντασίωση, υλοποιήθηκε μέσα από τους ασυνείδητους μηχανισμούς της ενδοβολής και της προβολής. Μηχανισμοί που θεωρώ πως συλλογικά εντάθηκαν καθώς ο Σύριζα πλησίαζε την εξουσία.

Η ενδοβολή είναι ένας περίπλοκος όρος που περιγράφει την ασυνείδητη διαδικασία κατά την οποία πρόσωπα ή στοιχεία των προσώπων, ιδέες ή νοητικές εντυπώσεις προσλαμβάνονται, γίνονται ένα με τον εαυτό. "Θα ήμαστε εμείς που θα σκίζαμε τα μνημόνια", φανταζόμαστε, που "θα χτυπάγαμε τα νταούλια και οι αγορές θα χόρευαν ξέφρενα στο ρυθμό μας". Οι βαθύτερες δομές μας πλημμύριζαν από πρόσωπα, ιδέες και εντυπώσεις και τα πρόσωπα, οι ιδέες, οι εντυπώσεις γινόταν σχεδόν ταυτόσημες, ένα με τις δομές μας, με εμάς. Ο Βελουχιώτης, ο Μπελογιάννης, οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής. Το ΕΑΜ, η λαϊκή εξουσία, η εθνική ανεξαρτησία, ο σοσιαλισμός. Όσο πιο κοντά βρισκόταν η εξουσία τόσο πιο εργώδης η ανάκτηση των "καλών" στοιχείων και ο ψυχικός τους εγκολεασμός. Η ενδοβολή τους και η ταύτιση. Και απέκτησαν έτσι δική τους ψυχική ζωή. Με ένα περιεχόμενο που το χαρακτήριζε η παντοδυναμία. Ανίκητο: το κατέβασμα της σημαίας της τρόικας από την ακρόπολη, ο θρίαμβος επί των χρόνιων δυναστών της ελληνικής κοινωνίας, η ανάκτηση των απολεσθέντων από τα μνημόνια, το χρέος που θα το βγάλουμε απεχθές, επαχθές, παράνομο και επονείδιστο. Και μεγαλειώδες: Ήμαστε η κάθε λέξη του συντάγματος. 
Και από την άλλη μεριά, η προβολή. Μια εξίσου περίπλοκη έννοια κατά την οποία ασυνείδητα διαχωρίζουμε τα "κακά" μας στοιχεία από τα "καλά" και τα αποτινάζουμε, τα αποβάλλουμε από μέσα μας και συνήθως τα φορτώνουμε σε κάποιον άλλο.  Οι μνημονιακοί άλλοι, οι αντιδημοκράτες άλλοι, οι δωσίλογοι άλλοι, οι πρόθυμοι συνεργάτες του Σόιμπλε και της Μέρκελ, οι  φασίστες. Μια πραγματική πράξη ανακούφισης. Και επιβίωσης από πλευράς μας. 

Η πραγματικότητα - ο αντίποδας δηλαδή της φαντασίωσης - συνέτριψε τη κυβέρνηση της Αριστεράς. Η συντριβή της ξεκίνησε ήπια με τον περιορισμό της σε κυβέρνηση Αριστεράς με ολίγη από αναχρονιστική, σεξιστική, ελληνορθόδοξη, σοβινιστική ακροδεξιά (που όμορφα τέθηκε σε καθεστώς άρνησης μπρος στη εκπλήρωση της φαντασίωσης). Συνεχίστηκε με διαδοχικές προσκρούσεις σε διαπραγματευτικούς τοίχους ορθωμένους από μη θεσμικούς φορείς της ευρωπαϊκής ένωσης που αποδεικνύονταν κοινή σπείρα εκβιαστών. Και τελικά τσακίστηκε από μια πιο αποφασισμένη και προετοιμασμένη για τα πάντα ευρωπαϊκή ελίτ-μαφία. Εξάλλου, το αμεσοδημοκρατικό 62% του Ιουλίου είχε αφαιρέσει απ' τη κυβέρνηση την δημοκρατική της νομιμοποίηση αφού εκείνη έπραξε αντίθετα με τις επιθυμίες της συντριπτικής πλειοψηφίας (λίγο αργότερα ένα 36% της την ξαναέδωσε υπό άλλους όρους). Την ίδια στιγμή, οι νεκροί και διασωθέντες πρόσφυγες του Αιγαίου και της Ειδομένης την ξεγύμνωναν από την ανθρωπιά της. Και έτσι, εντελώς εκτεθειμένη από τα γεγονότα και τα δεδομένα, έμεινε η κυβέρνηση της Αριστεράς αυτό που στη πραγματικότητα υπήρξε από τη πρώτη ημέρα χωρίς την επένδυση της δικής μας φαντασίωσης: Χωρίς παρελθόν και με ένα μόνιμο αβέβαιο παρόν. Αδύναμη, άτολμη και φοβισμένη. Ανεύθυνη, ασυνάρτητη και απροετοίμαστη. Επικίνδυνη και τοξική. 

Όταν δεν βλέπω αποκλειστικά το πολιτικό κομμάτι, αυτός είναι για μένα ο πρώτος χρόνος της κυβέρνησης της Αριστεράς: Μια συνεχής, εξαντλητική και επίπονη συντριβή της φαντασίωσης από την πραγματικότητα. Μια συντριβή που μας αφήνει αντιμέτωπους με έναν ακόμα χειρότερό εφιάλτη. Το να επιβιώσουμε συνυπάρχοντας με τον ίδιο μας το γυμνό, αφτιασίδωτο εαυτό. 

Αναγνωρίζω ότι με το παραπάνω ίσως επιχειρώ να προβάλλω στο συλλογικό κάτι που είναι αποκλειστικά δικό μου, κάτι που υπήρξε στο δικό μου φαντασιακό και που μια ασύνειδη τάση μέσα μου να επιθυμούσε να το δει ως συλλογικό νοητικό κτήμα. 
Όμως αναρωτιέμαι. Είμαι ο μόνος;


24.1.15

η μοναξιά του μετανάστη πριν τις εκλογές

Έχω ξαναπεράσει ελληνικές εκλογές στην  μόνιμη πλέον κατοικία μου εκτός Ελλάδας, στο Λονδίνο. Συνήθως τις περνώ με λίγους φίλους σε κάποιο σπίτι, αναζητώντας live streaming από καθεστωτικά ελληνικά κανάλια, πίνοντας τσίπουρο σαχλαμαρίζοντας, σιχτιρίζοντας ενίοτε το ευδαιμονικό χαμόγελο των εξουσιαστών μας στα πάνελ στις παλιές καλές ημέρες της κυριαρχίας τους και πάντοτε ευγνωμονώντας το γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται 2 ώρες μπροστά ώστε τουλάχιστο η παρακολούθηση της ροής των αποτελεσμάτων να μην μου στερούσε περισσότερο ύπνο μπρος το δευτεριάτικο ξύπνημα για δουλειά. Δυσκολεύομαι ωστόσο να ανακαλέσω αν ποτέ είχα το συναίσθημα που κυριαρχεί μέσα μου σε αυτές τις εκλογές. 

Η πρώτη εκλογική νίκη του Σύριζα, στις ευρωεκλογές του 2014, με είχε βρει με συντρόφισσες και συντρόφους στις οργανωμένες αίθουσες μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης στο κεντρικό Λονδίνο. Πιο πριν, είχαμε ψηφίσει στη πρεσβεία, σε μια ανιαρή, άψυχη διαδικασία που λίγο μόνο ζεστάθηκε χάρη στις μπίρες που ήπιαμε μετά σε μια παραπλήσια pub. Παρά τις προσπάθειές μας για ένα γιορταστικό τόνο στην αίθουσα, υπήρχε θυμάμαι μια απρόσωπη αίσθηση, κενή συναισθηματικά, που δεν είχε καταφέρει να αντλήσει και πολλά από την εκλογική επιτυχία. Εν μέρη γιατί ακόμα και στην Ελλάδα η πρώτη νίκη κόμματος της Αριστεράς σε εκλογές στην σύγχρονη ιστορία δεν προκάλεσε τον αναμενόμενο ενθουσιασμό, αλλά ίσως -για εμάς εκεί- διότι αντιλαμβανόμαστε όλο αυτό και με την επιπρόσθετη αίσθηση της απόστασης. Σαν τώρα θυμάμαι την διανοητικοποίηση αυτής της συναισθηματικής αυτοσυγκράτησης που ασυνείδητα επιχειρήσαμε με την συντρόφισσα Ε. καθώς περπατούσαμε προς το King's Cross λίγες ώρες αργότερα. Κουβεντιάζαμε πολιτικά αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κάναμε ήταν να αναρωτιόμαστε πού βρίσκονταν τα συναισθήματά μας. Ήταν εντυπωσιακό πώς η χαρά της νίκης, ο ενθουσιασμός της επικράτησης, η εκκίνηση της ελπίδας είχε ξεχαστεί τόσο εύκολα στα βρεγμένα λιθόστρωτα του Bloomsburry. 

Τίποτα ωστόσο δεν είναι το ίδιο στις εκλογές του Γενάρη του '15. Όσοι δεν είμαστε εκτεθειμένοι στην ολοήμερη ψυχολογική βία των ελληνικών καναλιών και στην ευθεία λεκτική και συναισθηματική τρομοκρατία των ακροδεξιών και των νεοφιλελεύθερων μπορούμε να αφουγκραστούμε την κίνηση, την ελεύθερη ροή προς τα μπρος. Όσοι επιμένουμε στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και αρνούμαστε την περαιτέρω ταπείνωση μπορούμε να καταλάβουμε πως η υποψία που τριγυρνά αδέσμευτη στην Ελλάδα αλλά παραμένει υποψία, ότι δηλαδή κάτι αλλάζει, εδώ απ' έξω δεν είναι στην πραγματικότητα υποψία αλλά μια φωτεινή παρουσία με ξεκάθαρη φωνή. Και ότι όλοι ασχολούνται με αυτή. Με τη δική μας παρουσία, με τη δική μας φωνή. Είναι πια αισθητή για τους λόγους που πρέπει, επιτέλους ακούγεται. Από τους πλέον συντηρητικούς ως τους πιο ριζοσπάστες. Και όσοι δεν μπορούμε να αντισταθούμε στον ενθουσιασμό που εκπέμπουν οι σύντροφοι απανταχού της Ευρώπης, Άγγλοι, Γάλλοι, Ισπανοί (... και Πορτογάλοι - για να αφεθώ στον εύηχο παροξυσμό), αυτοί, να το ξέρουμε, ελπίζουν ακόμα πιο πολύ, συγκινούνται ακόμα πιο εύκολα, ταυτίζονται με την ιδέα της αλλαγής με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Γιατί αυτό που συμβαίνει είναι μεγαλύτερο από καθέναν από εμάς, μεγαλύτερο από όλους μας μαζί, πιο μεγάλο απ' την Ελλάδα. Είναι η ίδια η κίνηση μέσα στην ιστορία.

Αφήνομαι λοιπόν στις φωνές των φίλων. Και των γνωστών και των αγνώστων. Ελλήνων και ξένων. Στα λόγια τους. Στα συνθήματα, στα συναισθήματα, στις φαντασιώσεις. Και στα λογοπαίγνια. Και στις εικόνες των τοίχων του facebook, στις εξυπνάδες στο timeline του twitter. Αυτά έχω εδώ πέρα.

Ενθουσιασμός και συγκίνηση. Αγωνία και ελπίδα. Και λίγο μοναξιά, για εμένα που -για όποιο λόγο- δεν είμαι εκεί, μέσα σε όλο αυτό. Λυπάμαι πολύ που δεν είμαι εκεί. Το να μην ψηφίσω μου στερεί το δικαίωμα της συνδιαμόρφωσης της ιστορίας. Και, το να μην είμαι εκεί, τώρα, απόψε, αύριο, τη χαρά του να ζήσω την επανεκκίνησή της. 




9.10.14

στην σκιά του Τσε

Με αφορμή την επέτειο της εκτέλεσης του Τσε Γκεβάρα, φέρνω στο νου μου τις δύο περιστάσεις που βρέθηκα με ένα συμβολικά τρόπο, από φυσικής άποψης "κοντά" σε αυτόν. Η πρώτη, δια μέσω μιας εκκωφαντικής απουσίας. Η δεύτερη μέσω μιας συγκινητικής παρουσίας.


Η Απουσία.

Μερικά χρόνια πριν, το 2005, με δύο αγαπημένους μου compañeros ταξιδέψαμε στην Αργεντινή. Έχοντας ήδη περάσει μερικές εβδομάδες στο Μπουένος Άιρες, αντιμετωπίζαμε με έκπληξη το γεγονός ότι το έθνος της καταγωγής του Τσε δήλωνε όσο το δυνατόν λιγότερο την σχέση του με εκείνον. Οι αναφορές ήταν ελάχιστες, οι διάσημες προσωπογραφίες του δεν βρίσκονταν πουθενά. Τουλάχιστο δημόσια. Ακόμα και στις πιο φτωχικές συνοικίες που διασχίσαμε, ακόμα και στα περιχώρα του La Bombonera που είχαμε την ευτυχία να περιπλανηθούμε, το πρόσωπο του Τσε, το σύμβολο της επανάστασης και της νεανικότητας, ο εκφραστής των καταπιεσμένων και των χωρίς φωνή, απουσίαζε από τους δρόμους και από τους τοίχους σχεδόν εκκωφαντικά. Ακόμα και στα πιο τουριστικά μέρη της πρωτεύουσας ούτε μια αφίσα προς πώληση, ελάχιστα τ-σερτ, ακόμα λιγότερα μαγνητάκια του ψυγείου. Ακόμα και σε μια αντιαμερικανική διαδήλωση που πήραμε μέρος με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους, πασχίσαμε μέχρι να βρούμε κάτι που να αναγνωρίζει στο ασυνείδητο των συμπατριωτών του την συμμετοχή του και τη θυσία του στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Ακόμα και το μουσείο του Τσε στο Μπουένος Άιρες δεν είναι παρά ένα κατάστημα με αναμνηστικά είδη.

Δεν γνωρίζαμε πώς να ερμηνεύσουμε την απουσία του Τσε στην χώρα της καταγωγής του, ειδικά μάλιστα εκείνα τα πρώτα χρόνια της χρεωκοπίας της. Ήταν μήπως η αστική αλαζονεία της κυρίαρχης τάξης μιας πόλης με απίθανο αίσθημα μεγαλείου όπως το Μπουένος Άιρες; Η ασυναίσθητη ντροπή λόγω ακριβώς της κυριαρχίας αυτής της τάξης; Η μικρή παράδοση σε σύγχρονα επαναστατικά κινήματα της χώρας; Η σχετική ευμάρεια της προ της χρεωκοπίας κοινωνίας; Η σκέψη μου επιστρέφει στον Τσε ως σύμβολο, για να διαπιστώσω ότι οι Αργεντίνοι είναι λαός που ειδικεύεται στην εξαγωγή συμβόλων. Κάρλος Γκαρδέλ, Τσε, Εβίτα Περόν και υπεράνω όλων Ντιέγκο Μαραντόνα. Γιατί ήταν η μορφή του Ντιέγκο που κυριαρχούσε στους τοίχους των φτωχικών συνοικιών, το νούμερο 10 της φανέλας σε μια υπέροχη ανασύνθεση του Dios (=Θεός) (D10S) στα καφενεία, τα εστιατόρια, στις βιτρίνες, στα σημαιάκια των τουριστικών καταστημάτων, στις αφίσες, τα τ-σερτ, τα μαγνητάκια. Ο Ντιέγκο που ξεπήδησε από την εξαθλιωμένη κατώτερη τάξη της παραγκούπολης της Μπόκα, ο Ντιέγκο της αποθέωσης και της αυτοκαταστροφής, της αντίδρασης, της επανάστασης, της νίκης και της ήττας, της πτήσης και της πτώσης, της ταυτόχρονης θεϊκής και απόλυτα ανθρώπινης διάστασης. Υπήρχε ο Ντιέγκο για την συμβολοποίηση όλων όσων ο Τσε θα μπορούσε να εκφράσει.

Εξερευνώντας το εσωτερικό της Αργεντινής, κάποια στιγμή βρεθήκαμε στο Rosario. Η πόλη αυτή, που είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής, φημίζεται κυρίως για τα εξής: 1) Είναι το λίκνο της αργεντίνικης σημαίας και του αργεντίνικου πατριωτισμού 2) βρίσκεται στα παράλια ενός γιγάντιου ποταμού, του Paraná, 3) αποτελεί την έδρα της Newell's Old Boys η οποία ήταν η πρώτη ομάδα του Ντιέγκο Μαραντόνα, και 4) στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Λιονέλ Μέσι. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η παράθεση των στοιχείων της πόλης, και ο λόγος είναι ότι λείπει από την αφήγηση κάτι πολύ σπουδαίο:
Το Ροσάριο είναι η πόλη που γεννήθηκε ο Τσε Γκεβάρα.
Περιμέναμε, τουλάχιστο εκεί, ο Τσε να ήταν παρών. Η πόλη του μας διέψευσε. Στους οδηγούς, το σπίτι που γεννήθηκε ο Τσε αναφερόταν σε ένα υποσέλιδο. Στα φυλλάδια της πόλης πουθενά. Μα ήμαστε αποφασισμένοι να φτάσουμε εκεί. Να δώσουμε στο μύθο μια διάσταση όσο μπορούσαμε χειροπιαστή. Θυμάμαι σαν τώρα την ημέρα, και την διαδρομή προς το σπίτι εκείνο. Το θερμόμετρο είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς και ο ποταμός είχε εκτοξεύσει την υγρασία σε επίπεδα ασθματικής κρίσης. Ιδρώναμε, διψάγαμε και αδυνατούσαμε να αναπνεύσουμε. Ανεβήκαμε μια μεγάλη ανηφόρα και βρεθήκαμε σε ένα ακόμα από τα μεγάλα σταυροδρόμια της πόλης. Urquiza y Entre Rios, η διεύθυνση. Ούτε μια πινακίδα. Ούτε ένα σημείωμα. Σταθήκαμε απέναντι ακριβώς και καθίσαμε στο πεζοδρόμιο. Ήταν ένα από όλα τα σπίτια. Σε έναν απ' τους ορόφους του, μια γυναίκα είχε γείρει αναπαυτικά στο περβάζι του παραθύρου της. Ήμαστε εξαντλημένοι αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που παραμείναμε αμίλητοι για ώρα. Φύγαμε χωρίς καν να τραβήξουμε κάποιο στιγμιότυπο, μια φωτογραφία. Δεν συζητήσαμε τι είχε περάσει από το μυαλό μας εκείνες τις στιγμές της σιωπής. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο τρίτος compañero μου έδειξε μια φώτο αυτής της περισυλλογής. Τότε κατάλαβα πόσο είχα βρεθεί για λίγο στην σκιά του.



Η Παρουσία.

Εννέα χρόνια αργότερα, οι δυο compañeros έδωσαν την θέση τους στην αγαπημένη συντρόφισσα. Και η χώρα της γέννησης και της (σχεδόν) ανυποληψίας, έγινε η χώρα της ταφής και της λατρείας. Κούβα. Εκεί η παρουσία του Τσε είναι ολοκληρωτική. Στους τοίχους, στις βιτρίνες, στα δημόσια κτίρια, στα ετοιμόρροπα σπίτια. 



Προσπαθώ ξανά να καταλάβω την ουσία της. Προφανώς είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μορφή της επανάστασης. Την καθόρισε πλήρως. Και μετά το πρόσωπό του αποκόπηκε από αυτή, αυτονομήθηκε, εξατομικεύτηκε, επανακαθορίστηκε από καθέναν που το υιοθέτησε, ίσως κανένα άλλο πρόσωπο στην ιστορία δεν έγινε το σύμβολο τόσων διαφορετικών τάσεων της κυρίαρχης κουλτούρας. Ή τουλάχιστο, με τέτοια πεποίθηση για εκείνον προσγειωνόμουν στην Αβάνα. Μα η αγωνία μου για την επικυριαρχία της ποπ διάστασης του Τσε ακόμα και στο τόπο λατρείας του ευτυχώς διαψεύστηκε αμέσως. 




Ο Τσε παραμένει πολιτικό πρόσωπο στην Κούβα. Το πρόσωπο του Τσε είναι παντού για να παρατείνει την πολιτική διάσταση αυτού που ζει η Κούβα τα τελευταία 55 χρόνια. Και οι αρχές προσπαθούν σκληρά να διατηρήσουν και το επαναστατικό του προσωπείο. Ρήσεις του για τον ιμπεριαλισμό, σκέψεις του για την επανάσταση, την παιδεία, τον σοσιαλισμό, είναι γραμμένες παντού, από την γιγαντιαία μορφή του στη Plaza de la revolucion και τα μεγάλα πόστερ στο κέντρο της Αβάνας ως στις πινακίδες στις εθνικές οδούς, στις γέφυρες, στις καλύβες των χωριών, ακόμα και στους λόφους, στις πέτρες της υπαίθρου.  



Μα περπατώντας εκείνη την Αβάνα που δεν ανακαινίστηκε απ' την UNESCO, ερχόμενος σε επαφή με τα ετοιμόρροπα κατοικημένα σπίτια, τα άδεια καταστήματα, τις ουρές σε όσα ακόμα έχουν προϊόντα, τα μισοάδεια ράφια των κοινωνικών παντοπωλείων, τα γεροντάκια που πουλάνε την έκδοση της Granma της προηγούμενης μέρας στους τουρίστες, τους νεαρούς που προσπαθούν να σε παραπλανήσουν για την αγορά λαθραίων πούρων, και τις νεαρές που περιμένουν τη στιγμή που η συντρόφισσα θα με αφήσει για λίγο μόνο, κάτι μέσα μου μου λέει πως η πανταχού παρουσία του Τσε υπάρχει μόνο και μόνο για αυτήν την απαραίτητη ενθάρρυνση. Την αναγκαιότητα της πίστης. Της επιμονής. "Κρατήστε λίγο ακόμα" σαν να τους λέει η μορφή του ή ακόμα και "κάντε κουράγιο, θα περάσει". Έδινε σε εμένα δύναμη η μορφή του για να αντέξω τη ζωή που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου και ήλπιζα ότι ίσως να έκανε το ίδιο και για εκείνους που την ζούσαν.




Υπάρχει όμως και αυτό. Το συναίσθημα. Η παράδοση. Η κουλτούρα. Οι κουβανοί τρέφονται με αυτό. Ορίζουν την ζωή τους και μέσα από αυτό. Έχουν φτιάξει μια κοινωνία που δεν περιστρέφεται γύρω από την κατανάλωση, το κυνήγι του χρήματος. Που είναι τόσο ξένη απ΄τη δική μας. Με ποιο κριτήριο να επεξεργαστώ εκείνο που οι στίχοι τους κάνει να αισθάνονται; 



Έξω απ' την Αβάνα, ο Τσε ανακτά τις πολιτικές του διαστάσεις. Και τις μεταφυσικές του επαναστατικές. Πηγαίνουμε στην Σάντα Κλάρα, μια απλή κουβανέζικη πόλη, μακριά από τουρίστες και αντιπροσώπους της UNESCO. Εκεί μπορεί να δει κανείς την καθημερινότητα. Και μέσα σε αυτή, την παρουσία του Τσε, μιας και η ιστορία της πόλης σημαδεύτηκε από εκείνον. Το μαυσωλείο που χτίστηκε προς τιμήν του το 1997 για να φυλάξει τα λείψανά του έχει μεγαλειώδεις διαστάσεις για προφανείς λόγους. Το υπερφυσικό άγαλμα του Τσε κοιτάζει προς την οροσειρά Escambray, από όπου οι αντάρτες του εξαπέλυσαν την τελική επίθεση για την κατάληψη της Σάντα Κλάρα. Ένα επίπεδο πιο χαμηλά, ένα μικρό μουσείο, στο οποίο εκτίθενται προσωπικά αντικείμενα του Τσε από την περίοδο του ένοπλου αγώνα στα βουνά. Εκτός των άλλων υπάρχει ο πομπός του Radio Rebelbe, του επαναστατικού ραδιοφωνικού σταθμού που εξέπεμπε από την Σιέρα Μαέστρα. Ακριβώς απέναντι υπάρχει το σημείο της ταφής. Ένα επιβλητικό υπόγειο, με χαμηλό τεχνητό φωτισμό, και μια φλόγα που καίει. Ένας μακρύς ξύλινος τοίχος με ανάγλυφες χαραγμένες τις μορφές των συντρόφων του που εκτελέστηκαν μαζί του στην Βολιβία, και με μια σαφή διακριτικότητα, η μορφή εκείνου, λίγο πιο μεγάλη και λίγο πιο εξέχουσα. Η σιωπή είναι σχεδόν απόλυτη, εκτός ίσως από τις σπίθες της φλόγας. Στην είσοδο, μιας γυναίκα στρατιωτικός φυλάει το μέρος. Την κοιτώ και ανταλλάσσουμε το κρυφό χαμόγελο μιας κάποιας συνεννόησης. Λίγο πιο πριν μου είχε απαγορέψει να μπω στο μνημείο αν δεν έβγαζα το καπέλο μου. 







Λίγους μήνες μετά την δεύτερη επαφή μου με τα φυσικά ίχνη της μορφής του, ακόμα πασχίζω να λύσω την εσωτερική σύγκρουση που μου προκάλεσε. Η παρουσία του Τσε, στην ένταση που συμβαίνει στην Κούβα, είναι καθηλωτική. Αφού ο Τσε εξακολουθεί να παραμένει κάτι περισσότερο από ποπ σύμβολο της κυρίαρχης κουλτούρας, η αγαπημένη παρουσία του (που λέει και το τραγούδι) με εμπόδισε από το να σκεφτώ, να βγάλω το δικό μου συμπέρασμα για το τι είναι σήμερα η Κούβα. Λίγο περισσότερο συναισθηματισμός από όσο χρειάζεται και να που αδυνατώ να εξέλθω από το δέος. 

5.8.14

καρτ postάλ απ' τη Σίκινο




Αγαπημένη μου Νάντια 

Συγχώρεσε με που δεν κατάφερα να σου γράψω από το νησί όσο βρισκόμαστε εκεί. Έχουν περάσει μέρες από όταν επιστρέψαμε και τώρα που βρίσκομαι μακριά καταλαβαίνω πως ήταν η ίδια η Σίκινος που δεν μου επέτρεπε να το κάνω. Προφανώς, πάνω σε εκείνο το βράχο, ο νους, η καρδιά, το πνεύμα, το σώμα, καθετί θα βρισκόταν απασχολημένο σε οτιδήποτε θα μπορούσε να αποτρέψει την ενδελέχεια με την αριστοτελική της έννοια. Την επαφή με μια εσωτερικότητα. Μα πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ο ίδιος ο τόπος έστεκε άγονος, άκαρπος, στείρος, αφημένος στο ανεμολόγιο και την περικύκλωση από τη θάλασσα. Κοίτα έξω σου έλεγε, όχι μέσα. Και αν καταφέρεις να αντέξεις αυτό που θα δεις, αν καταλάβεις έστω και λίγο το άγονο, την ριπή, την αλμύρα, τότε ίσως σου επιτρέψει το νησί να γυρίσεις προς τα μέσα.

Αλοπρόνοια σημαίνει φροντίδα από τις κακουχίες της θάλασσας διάβασα κάπου. Εμένα πάλι η λέξη αυτή αυτή μου φέρνει στο νου την αλλοφροσύνη, το αλλοπρόσαλλο, την αλοπεριδόλη, τίποτα δηλαδή καθησυχαστικό, τίποτα φροντιστικό πέραν ίσως του εύηχου της προφοράς της. Στο λεωφορείο από την Αλοπρόνοια προς τη Χώρα λαθράκουσα τη συνομιλία ενός Γάλλου και ενός Γερμανού για το νησί. Ο πρώτος αναρωτήθηκε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει σε έναν τόπο όπου όλα γίνονται σε ένα απόγευμα. Ο δεύτερος, λες πιο έμπειρος, χαμογελώντας αποκρίθηκε πως η ίδια η ερώτηση από μόνη της σήμαινε πως όποιος την έκανε δεν είχε μπει ακόμα στους ρυθμούς της Σικίνου. Ας χαλάρωνε λοιπόν και ας άφηνε το νησί να αναλάβει την προτεραιότητα.

Περιττό να σου πω ότι δεν κατάφερα να κοιμηθώ πλήρως ούτε ένα βράδυ από αυτά που έμεινα εκεί. Τα κοκόρια ξυπνούσαν από νωρίς, ένα τους θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι από τις 3 το πρωί ήταν στο πόδι παρασέρνοντας και τα υπόλοιπα σε μια επιμελή, συλλογική πρώιμη αφύπνιση. Κάποιες νύχτες πάλι ξαγρύπνησα και απ' τον άνεμο. Εκεί ψηλά στο κάστρο της χώρας δεν υπάρχουν άλλες αντιστάσεις, χρειάζεται να αποδεχθείς την έκθεση σε κάτι δυνατότερο από εσένα, που σε αποκαλύπτει, σε απογυμνώνει, που μπορεί ακόμα και να στοιχειώνει και την παραμονή πίσω από κάποια κλειστά παράθυρα. Ο «Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους / Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο» είχε γράψει σε κάποιον από αυτούς τους βράχους κάποτε ο Ελύτης. 

Κάποια βράδια ωστόσο που κατάφερνα να κοιμηθώ για λίγες ώρες, ήταν οι εφιάλτες που με ξυπνούσαν με ταραχή, η βία που παραμονεύει στην βασιλική οδό προς το ασυνείδητο ακόμα και αυτή την εβδομάδα του χρόνου. Γιατί για όσο κρατούσε η αφύπνιση κατάφερνα μεθοδικά να ξεφεύγω λίγο από τη βία της ίδιας της ζωής, ακόμα και αν αυτή επέμενε να κατακλύζει τον κόσμο με το αποκρουστικό της πρόσωπο: Αεροπλάνα που έπεφταν διαδοχικά, παιδιά που σφαγιάζονταν, κοινωνίες που βομβαρδίζονταν και άλλες που φτώχαιναν. Απομονωνόμουν από όλα αυτά συνειδητά, μα ξέρεις καλά πως η απομόνωση είναι το ύστατο καταφύγιο πριν το ολοκληρωτικό πλήγμα. Αλλά να, σε μια ερημική παραλία, που λες και μας άνηκε προσωρινά, ξεχασμένοι επί ώρες κάτω απ' τη σκιά των αρμυρικιών, με μόνο το τραγούδι του τζίτζικα, το ξέβρασμα των κυμάτων και το γύρισμα των σελίδων ενός βιβλίου να μπορεί να διασαλέψει την γαλήνη, βία ήταν μόνο η εμμονική σκέψη της επιστροφής και η απρόσμενη επίθεση ενός πεινασμένου πουλιού που άρπαξε ένα απόγευμα τον ανέμελο τζίτζικα στερώντας από εμάς τον αδυσώπητο ρυθμό της λαλιάς του.

Στο μεταξύ, την εβδομάδα που πήγαμε εμείς, το νησί γιόρταζε με συνεχείς εκδηλώσεις. Χοροί, μουσικές, παραστάσεις, νησολόγια, τηλεθεάσεις αστεριών, αρτοκλασίες. Τα θερινά μαθήματα χορών ήταν υπερενταντικά, τα τοπία αναρίθμητα και η φαντασία ασύλληπτη. Έτσι έλεγαν οι αφίσες στους τοίχους. Αναρωτιέμαι τι ήταν εκείνο που πυροδοτούσε την υπερβολή τους. Να σχετιζόταν άραγε με την πηγή των δικών μου αϋπνιών, με την ανησυχία των κοκόρων, τους ριπαίους αέρηδες του ανεμολόγιου; Τι αδάμαστο θα μπορούσε να τιθασεύσει αυτός ο υπερθετικός; 

Λίγο πριν κλείσω, να σου γράψω πως για ένα ακόμα καλοκαίρι δεν απέφυγα το επώδυνο κοκκίνισμα. Νομίζω πως αισθάνομαι ακόμα λίγο από τον πόνο, έτσι μακριά από όλα αυτά που βρίσκομαι τώρα.

Σε φιλώ και σε σκέφτομαι

El R











11.5.13

ένας χρόνος και έξι μέρες

Παραλλαγμένο πασχαλιάτικο τραπέζι σε μια πρόσφατη ετεροχρονισμένη ανάμνηση. Η εκλεκτή μου συντροφιά και εγώ στο ελληνικό εστιατόριο σε μια τουριστική γειτονιά του Λονδίνου. Μόνοι αλλά όχι μοναχικοί. Εκείνη επίμονα λεπτεπίλεπτη στη γεύση επιμένει στη νηστεία σε αντίθεση με μένα που συνέχιζα απρόσκοπτα την κρεατοφαγία, μιας γουρουνοπούλας αυτή τη φορά. Ο σερβιτόρος, Έλλην,  ελληνότατος θα έλεγα, ευθαρσώς καταδείκνυε πως τουλάχιστο εκεί μέσα η υιοθετημένη βρετανική αβρότητα στη παροχή υπηρεσιών ήταν μόνο αστεία υπόθεση όσο απ’ τα ηχεία «είχε παλιόκαιρο τη μέρα που σε γνώριζα».

Η εκλεκτή κάποια στιγμή τον ρωτά τη κοινοτοπία: πόσο καιρό είσαι εδώ; Κοινοτοπία μόνο στην επιφάνεια βέβαια. Γιατί στη πραγματικότητα αυτή η ερώτηση είναι ένα βήμα πιο πέρα από την απλή διαπίστωση ότι μιλούμε την ίδια γλώσσα και γελάμε με τα ίδια αστεία, είναι μια γέφυρα ανάμεσα σε δυο παραπλήσιες πορείες, ένα εισιτήριο ενσυναίσθησης στη ψυχολογία του μετανάστη, ενδεχομένως και κατανόησης αν όχι αμερόληπτης συμπαράστασης. Εκείνος, τη κοιτάζει όσο πιο βαθιά μπορούσε στα καστανά της μάτια λες και χρειαζόταν για λίγο να συνέλθει από την ομορφιά της και αμέσως μετά, ανταποκρινόμενος στην αδήριτη σκληρότητα της ερώτησης, ανήμπορος να την αποφύγει, προτάσει το καρπό και κοιτάζει το ρολόι του. Και μετά από λίγο επιτέλους ανταποκρίνεται: «ένα χρόνο και έξι μέρες». 

Ένας χρόνος και έξι μέρες.

Γελάσαμε με μια αξιοπρόσεχτη ασυγκρατησία. Και οι τρεις. Όχι γιατί ήταν αστείο έτσι όπως αυθόρμητα επικοινώνησε το πώς στην πραγματικότητα περνά για εκείνον ο χρόνος όντας μακριά από εκεί που ενδεχομένως επιθυμούσε να ήταν πασχαλιάτικα. Αλλά γιατί καθένας από μας, ήταν τόσο ξεκάθαρο, χρειαζόταν να διασκεδάσει το δυνατό λιγότερο επώδυνα αυτή τη ατελείωτη χρονομέτρηση της ξενιτιάς.

1.10.12

μια ιστορία για τον Hobsbawm


Τον Hobsbawm τον γνώρισα, μεταξύ άλλων, πρώτη φορά ακριβώς πάνω στην ώρα. Στις αρχές της φοιτητικής ζωής, τότε που η προσωπικότητα αναζητούσε τις κατευθυντήριες γραμμές της ώστε να γνωρίζεις τι θα είναι αυτό για το οποίο στο τέλος της ζωής σου δεν θα είσαι σίγουρος αν μετανιώνεις ή όχι που γνώρισες. Τη κρίσιμη στιγμή που κατανοείς ότι θα αποφάσιζες σε ποια τροχιά η ζωή σου θα αποκτούσε το νόημα που θα ξεκινούσες να έψαχνες. Αγαπημένος φίλος μού άφησε στα χέρια έναν ευμεγέθη τόμο πληροφορώντας με ότι εκείνου του είχε πάρει μόλις 3 μέρες να το ολοκληρώσει. Τον ξεφύλλισα και σκέφτηκα ότι κατά πάσα πιθανότητα και εμένα δε θα μου έπαιρνε περισσότερο. Ήταν "η εποχή των άκρων". Το βιβλίο του που ανέλυε την ιστορία του 20στού αιώνα. Ήταν η πρώτη μου συνάντηση μαζί του.

Θυμάμαι σαν τώρα και τη τελευταία φορά που συνάντησα τον Hobsbawm -μέχρι να μάθω σήμερα την είδηση του θανάτου του. 

Βρισκόμουν στο Λιβάδι της Φολέγανδρου, μια μέρα αυτού του καλοκαιριού τόσο καυτή όσο και τα χερούλια της κόλασης. Κάτω από τη σκιά ενός βράχου και με τους αστραγάλους μόνο να απαρνούνται τον καύσωνα έτσι βουτηγμένοι στη θάλασσα που ήταν, απολάμβανα τη χαρά να είχα τοποθετήσει στο kindle μου ανάμεσα στα άλλα και την "εποχή των άκρων". Την άνοιξα και θέλοντας να φρεσκάρω τη μνήμη και τη γνώση μου προσπάθησα να βρω κάποια αναφορά του Hobsbawm στους Έλληνες αντάρτες στην κατοχή και αν ο εμφύλιος είχε κάποιον αντίκτυπο στην εξελικτική πορεία της Ευρώπης. Αναγνωρίζω πως δεν ήταν ακριβώς το θέμα να ασχοληθεί κανείς στους σαράντα υπό σκιά σε μια έρημη παραλία αλλά θα μνημονεύω για πάντα εκείνη την έμπνευση. Γυρνώντας με προσήλωση τις ηλεκτρονικές σελίδες και εξερευνώντας τα αποτελέσματα της αναζήτησης του λήμματος "αντάρτες" ούτε που πρόσεξα πως για λίγη ώρα στο οπτικό μου πεδίο είχαν εισβάλει 10 υγρά, καλοσχηματισμένα δακτυλάκια, κάποια από τα οποία μάλιστα κινούνταν και με μια μερική ανυπομονησία. Δε στάθηκα περισσότερο σε αυτά μιας και σύντομα αφέθηκα στη περιήγηση της προς τα πάνω συνέχειάς τους. Και πολύ καλά έκανα. Γιατί τα καλοσχηματισμένα δάκτυλα των ποδιών που στάθηκαν δίπλα μου αποδείχτηκαν ότι ανήκαν σε μια εξωτική ομορφιά που έστεκε ολόγυμνη από πάνω μου. Ναι, τη κοίταξα πολύ προσεκτικά. Ήταν ολόγυμνη. "Salut" είπε. Ήταν όντως ολόγυμνη. Και ηλιοκαμμένη. Είχε το μαύρισμα που μουσικό του ανάλογο θα ήταν κάτι λίγο πιο σπουδαίο από την ενάτη συμφωνία. Και χωρίς το ίχνος λευκών γραμμών σε ολόκληρο το θείο της κορμί, που μου έδειχνε αναστατώνοντάς με πόσο πολύ απολάμβανε την ελευθερία του σε τέτοιες ερημικές παραλίες. "Τι διαβάζεις;" με ρώτησε με μια ακαταμάχητη γαλλική προφορά. Την κοίταξα, είδα λίγο μετά το βιβλίο και σαν να κατάλαβα το λάθος την κοίταξα ξανά. "Να, για κάτι Έλληνες αντάρτες", αποκρίθηκα χωρίς να μπορέσει να καταλάβει το παραμικρό μιας και σχεδόν παραλλήλισα καθώς εκστόμιζα τις λέξεις. "Partisans" συνέχισα με μια φωνή ρημαγμένη. "De qui?" ρώτησε μετά εκείνη και λυγίζοντας τα γυμνά της γόνατα κάθισε δίπλα μου. Ήταν ακόμα βρεγμένη από τη θάλασσα και όλη της η δροσιά ξεχύθηκε πάνω μου με την αγριότητα του αντάρτη. Μερικές παραπανίσιες σταλίδες έπεσαν απεγνωσμένες στις ηλεκτρονικές σελίδες και τις έκαναν μούσκεμα. Δεν κατάλαβα αν ήταν οι δικές της ή απλά ο ιδρώτας μου δραπέτευσε άγαρμπα. "Hobsbawm" απάντησα. Με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα την εκλεκτή μου συντροφιά να απολαμβάνει ξέγνοιαστη τη δροσιά της θάλασσας κάπου στα πολύ βαθιά και ήταν σαν όνειρο έτσι τόσο μακριά που βρισκόταν. "L'Âge des extrêmes?" συνέχισε κοιτάζοντάς με με την αυτοπεποίθηση εκείνης που γνώριζε πως αν και γυμνή μπροστά σε έναν άντρα εκείνος δε θα μπορούσε να την απομονώσει από τη γύμνια της. "Ναι" αποκρίθηκα υπακούοντας. "Les partisans" είπε τότε σχεδόν ακαταμάχητα. Και σηκώθηκε. Στάθηκα για λίγο και θαύμασα την άγρια, γυμνή ομορφιά της. Εκείνη το κατάλαβε και έμεινε ακίνητη για δυο λεπτά, και σιωπηλή. "Salut" είπε τότε και απομακρύνθηκε πάλι πίσω από τους βράχους... 


«Τα στοιχεία που δείχνουν ότι ο κόσμος θα είναι καλύτερος, κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Εάν ο κόσμος καταφέρει να μην αυτοκαταστραφεί, έχει μεγάλες πιθανότητες να είναι καλύτερος.».
Eric Hobsbawm  - Η εποχή των άκρων 


            

6.9.12

ένα μεγάλο σκοτεινό καλοκαίρι


Η ημερομηνιακή λήξη του καλοκαιριού βρίσκει το ιστολόγιό μου να έχει επιδείξει μια απροθυμία να ανανεώνεται τακτικά, σε ένα καλοκαίρι που τα αγαπημένα του θέματα προς ανάπτυξη έτρεχαν με ρυθμούς γρηγορότερους και από την αίσθηση του χρόνου όσο μεγαλώνεις. Ήταν ο δισταγμός, η σιωπή, ο εαυτός μου και οι αυταπάτες του, αυτό το "τίποτα δε περνά απ' το μυαλό μου" όταν ερχόταν η στιγμή να θέλω να πω κάτι. Μια εσωτερική αντίσταση που εμπόδιζε τις άτακτες ή τακτικές μου σκέψεις να οργανωθούν σε λόγο γραπτό.

Το τέλος αυτού του σκοτεινού καλοκαιριού με βρίσκει να νιώθω την απόστασή μου από τη πτωχένουσα χώρα προέλευσης να έχει μεγαλώσει. Πριν αφεθώ στην αποδοχή της απελπισίας που έχω ενδοβάλει, της απώλειας της ελπίδας που κάθε αγαπημένος μου άνθρωπος αφήνει να απελευθερωθεί μέσα από το γέλιο ή το δάκρυ του για να τη χειριστώ όπως νομίζω, επικαλούμαι για την συναισθηματική μου απόσταση την άρση της παντοδυναμίας που πρόσφερε μέχρι τώρα η απόσταση. Η κατάρρευση της αυταπάτης δε μου προκαλεί την εσωστρέφεια, απλά με κάνει να στρέφω αλλού το βλέμμα.  Άλλωστε ζώντας και δουλεύοντας στα ξένα καλούμαι και 'γω διαρκώς να τα βάζω με τις δικές μου ανασφάλειες, αβεβαιότητες και διακυμαίνουσες διαθέσεις, καθώς και εκείνες τις "αδικαιολόγητες απελπισίες που όλους μας καταθλίβουν".



21.6.11

αναγκαστική αφύπνιση

Βρισκόμουν στο αεροπλάνο που θα με μετέφερε στην Ελλάδα. Πριν την απογείωση όμως αποφάσισα ότι δε θα έπρεπε να βρισκόμουν μέσα σ' αυτό και το εγκατέλειψα. Αμέσως μετά το είδα να απογειώνεται και εντός ολίγου να συντρίβεται. Κανείς από όσους προορίζονταν για Ελλάδα δεν έμεινε ζωντανός μετά από αυτή τη τρομερή πρόσκρουση. Έβλεπα τα συντρίμμια να φλέγονται και καταλάβαινα πως όφειλα να βρισκόμουν και εγώ εκεί μέσα και αυτή η σκέψη γινόταν πεποίηθηση ολοένα και ακλόνητη. Δεν άξιζα τη παραμονή στη ζωή, έπρεπε να ήμουν και εγώ ανάμεσα στους νεκρούς, έπρεπε να είχα ακολουθήσει τη μοίρα όλων αυτών που προοριζόταν για την Ελλάδα. Και ο φόβος γινόταν ισχυρότερος όταν καταλάβαινα πως ο θάνατος θα χρειαζόταν να συνεχίζει τις παρτίδες του με μένα, ξέχωρα από τη συλλογική μοίρα των επιβατών ενός αεροπλάνου γι' αυτό και περισσότερο τρομακτικά.

έχει κανείς ονειροκρίτη;

21.5.11

los indignados y los olvidados



Καταλαβαίνω ότι μπορώ απλά να περιοριστώ στο υπέροχα εύηχο democracia reάl και να βάλω τα δυνατά μου, απ' όπου και αν βρίσκομαι, να συμβάλλω, με όποιο τρόπο μπορώ, στη διεκδίκηση μια αληθινής αμεσο(δηλαδή;)δημοκρατίας για τη ρημαγμένη Ελλάδα. Μα διατηρώ ακόμα μια στοιχειώδη δυνατότητα επαλήθευσης της πραγματικότητας ώστε να αντιλαμβάνομαι ότι όσο εξακολουθεί το πολιτικό πρόταγμα να είναι τόσο ασαφές όσο και το πραγματικό αίτημα μιας κατά τ' άλλα μεγαλειώδους πορείας διαμαρτυρίας, τόσο η πιο ακατάρριπτη δικαιολογία μας θα εξακολουθεί η αιμοβόρα πρακτική των μπάτσων και η προβοκατόρικη τακτική κρατικών και μη κουκουλοφόρων. 

Μπρος στο αναπάντεχο κίνημα των Ισπανών και στα συνακόλουθα συναισθήματα ενοχής της αδράνειας των (πολλαπλώς πιο καταπιεσμένων) Ελλήνων, δικαιολογούμαι να κλειστώ περισσότερο στον εαυτό μου και να συνεχίσω τη παλινδρόμηση στα πρώιμα στάδια της συλλογικής πολιτικής μας ανάπτυξης. Και λέω για σήμερα να παίξω με τις λέξεις:

Η φράση los indignados -που αποτελεί ταμπέλα του ισπανικού κινήματος (αλλά και του αργεντίνικου παλιότερα)- έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως "οι αγανακτισμένοι". Από την λατινοαμερικάνικη αντίληψη της "αγανάκτησης" με χώριζε πάντα ένας ωκεανός. Από την ισπανική όμως, τι με χωρίζει; 

Στη νεοελληνική γλωσσική σημειολογία, η όμορφη λέξη "αγανάκτηση" περιγράφει το ανήμπορο και κατατρεγμένο θύμα της κρατικής αναλγησίας ή προσφάτως της "ξενόφερτης εγκληματικότητας". Η κρατική αναλγησία ήταν η τέλεια λέξη για να καλύπτει για χρόνια τη συστηματική αλλοτρίωση των πολιτών από τους θεσμούς που αυτοί κατασκεύασαν και η αγανάκτηση το αποκορύφωμα των συναισθημάτων τους απέναντι στη καταπίεση που συνειδητά αποδέχονταν. Η τηλεοπτική κάμερα και η φτωχή φαντασία των ρεπόρτερ εγκατέστησε την αγανάκτηση στο γλωσσικό οπλοστάσιο της κοινωνίας στερώντας της ταυτόχρονα και το νόημα. Ώσπου ήρθαν οι μετανάστες, οι οποίοι πριν μας κλέψουν τις δουλειές, πριν μας βιάσουν τις γυναίκες, και πριν μας δολοφονήσουν, είχαν καταδείξει πως η εναλλακτική της αγανάκτησης μπορεί να είναι και η αξιοπρέπεια. Εμείς όμως προτιμήσαμε την εναλλακτική του αποκλεισμού της πλατείας. Τελικά η αγανάκτηση μετουσιώθηκε σε μια παροδική κραυγή λουσμένη απ' τη τηλεοπτική φωταψία ή στη διεκδίκηση ενός παράλογα αυτονόητου δικαιώματος αυτοδικίας με κριτήρια ρατσιστικά και αντικοινωνικά. Η μίζερη παθητικότητα, σχεδόν μοιρολατρία,  της αιώνια μικροαστικής αντίληψης της ευθύνης της κοινωνικής συμμετοχής και μαζί η βίαιη αντεπίθεση πατριωτών του αθηναϊκού κέντρου που ανακάλυψαν επιτέλους την αιτία της αδυναμίας τους να οικειοποιούνται τον δημόσιο χώρο. Να τι σημαίνει αγανάκτηση για την Ελλάδα. Ο "αγανακτισμένος" είναι ο μπάτσος που κρύβουμε μέσα μας, ο εαυτός που οφείλουμε να εξοντώσουμε. Και να πού ακριβώς υποφέρω στη ταύτισή μου με το ισπανικό κίνημα. 

Και να η πολλή η παλινδρόμηση τι μπορεί να προκαλέσει. Την αποστέρηση της ομορφιάς (που εξακολουθεί πάντα να βρίσκεται στο δρόμο) και τον καταναγκασμό σε ασήμαντα γλωσσικά παίγνια. 

Στο Λονδίνο ένας μικρός αριθμός Ισπανών συγκεντρώθηκε τη περασμένη Πέμπτη έξω από την ισπανική πρεσβεία. Δεν ήμουν εκεί αλλά έκτοτε γκουγκλάρω συστηματικά αναζητώντας την επόμενη συνάντηση. Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες απ' το κινητό μου από τη χθεσινή διαμαρτυρία των Σύριων μεταναστών του Λονδίνου κατά της συνεχιζόμενης κρατικής βίας και τρομοκρατίας στη πατρίδα τους. Οι Σύριοι, χωρίς πετρέλαια και χωρίς γεωπολιτική σημασία παραμένουν αφημένοι στη λήθη (los olvidados) της δημοκρατικής δύσης. 

Πιάνω τον εαυτό μου να αναζητά εστίες επαναστατικής άσκησης. Μήπως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνω και εξετάσεις επαναστατικής χοληστερίνης;

25.4.11

μεταπασχαλινή δυσπεψία - απόκριση στον πρωθυπουργό


Διάβασα πως τις προάλλες, ο εκτελών χρέη πρωθυπουργού της Ελλάδας Παπανδρέου έσφιξε το χέρι καθενός από τους 200 επιβαίνοντες του πλοίου προς την Ύδρα και πως μάλιστα οι πλειοψηφία αυτών ανταποκρίθηκε θετικά. Και ομολογώ εδώ πως η σκέψη της παθητικής χειραψίας μεσοπέλαγα με εκείνον που αποκαλώ πολιτική μαριονέτα (με ολίγον από στρουμφ) σε κάθε μου γραπτή αναφορά σε αυτό το ιστολόγιο παρέμεινε σε μια ανυποψίαστη γωνιά του μυαλού μου ολίγον περισσότερο ακόμα από όσο απαιτείται απ' το πατροπαράδοτα ψημένο αρνί να παραμείνει στο έντερο του μπουκωμένου ψηφοφόρου του. 

Φαντασιώθηκα -φευ- λαμπριάτικα πως βρισκόμουν αποκλεισμένος στο καταμαράν και πως η πολιτική μαριονέτα Παπανδρέου, με το αλησμόνητο χαμόγελο συγκρατημένης αυτοπεποίθησης που παραπλάνησε τόσους με εκείνο το "πάμε" που ξεστόμισε κάποτε, μου έδινε το χέρι ευχόμενος ειλικρινά χρόνια πολλά και ταυτόχρονα τη δυνατότητα να ξεστομίσω και εγώ ό,τι θα απελευθέρωνε αυτό το συναπάντημα από τα ακατέργαστα του ψυχισμού μου στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που θα μου αναλογούσαν. 

Δύσκολη φαντάζει ακόμη και η φαντασιωσική τοποθέτηση. Γιατί ακριβώς, η φαντασίωση δεν περιλαμβάνει τον Πάγκαλο (δεν θα τον χώραγε άλλωστε) συνεπώς η ανεπηρέαστη απ' τους πολιτισμικούς κανόνες έκφραση της ναυτίας (το ξέρασμα στο πέτο του - και εγώ τα έφαγα άλλωστε - και το καταμαράν κουνάει μεσοπέλαγα) θα έχανε ένα καλό λόγο ύπαρξης. Αυτό συνεπώς σημαίνει πως με τον πρωθυπουργεύοντα θα λογόκρινα το ασυνείδητό μου; 

Μπρος στην προδιαγραφόμενη συντριβή και πριν την τελική μου απόκριση, ρώτησα την εκλεκτή μου παρέα, εκείνη τι θα έκανε. Η απάντησή της σαφής: "... λυπάμαι που δεν είστε φτιαγμένος για αυτή τη δουλειά, δεν σας αναγνωρίζω καμιά εξουσία και είστε χυδαίος". Αντιπαρέρχομαι αυτή τη ραγδαία κλιμάκωση της επιχειρηματολογίας από την εκλεκτή μου παρέα, και στέκομαι μειδιώντας στη χρήση του πληθυντικού. Ο πολιτισμός εδώ κάνει ξανά το θαύμα του, ανακαλώ συγκινημένος.

Όσο και να το καθυστερούσα, έπρεπε να απαντήσω στο ερώτημα που μου σφηνώθηκε σαν καρφί σε σταυρό την πιο ιερή μέρα της χριστιανοσύνης. Εγώ πώς θα αποκρινόμουν; Από το βλέμμα μου περνούν διάφορες εικόνες, όλες βουβές. Να κουνώ απαξιωτικά το κεφάλι, να αρνούμαι τη χειραψία, να τη πραγματοποιώ αλλά κατά τη διάρκειά της να παίζω το μεσαίο μου δάχτυλο στη κλειστή καμπύλη των δύο παλαμών μας κάνοντας ένα παπανδρέου να νιώσει και πάλι παιδί ή μαλάκας, να μουρμουρίζω υποτιμητικά, να φωνάζω, να βρίζω, να κλαίω ξανά τη χαμένη αξοπρέπειά μου όπως έκανα κάμποσα χρόνια στην Ελλάδα. Τελικά καταλήγω. Θα του ζητούσα απλά να θυμόταν πως η προσωπική μου άποψη θα ήταν να ξεκουμπιζόταν άμεσα αυτός και το σόι του, οι παρατρεχάμενοι και  οι χειροκροτητές του, έτσι χωρίς περαιτέρω εξήγηση. Μπορεί και να καταλάβαινε, αλλά ίσως και όχι. Το πιο πιθανό είναι ότι δε θα άκουγε τίποτα βέβαια.
Χαμηλώνω το βλέμμα και μου στερώ αυτοτιμωρητικά τον σπάνιο ήλιο που μας κάνει τη χάρη να καίει στον ουρανό του Λονδίνου. Ένιωσα σαν ηθοποιός που πρόβαρε τα λόγια του στον καθρέπτη, σαν κυρίαρχος σε μια πλαστή διαλεκτική σχέση. Αποκρινόμουν στο τίποτα. Είχα μπροστά μου τον άνθρωπο και ξεχνούσα πως στόχος μου είναι ο πολιτικός. Παραπλανιόμουν. Συμμετείχα ενεργά στη εξαπάτηση. Γινόμουν σύμμαχος του προσωπικού μου νεκροθάφτη (που θα έγραφε και ο Κούντερα). Σηκώνω τα μάτια ξανά και προσπαθώ να φανταστώ τον ελληνικό ήλιο. Σκέφτομαι πως αυτός ο πολιτικός πολιτισμός ακόμα και στη φαντασίωση, σε συνθήκες μάλιστα κλειστού καταμαράν στη μέση της θάλασσας, είναι ένα μικρό βήμα προσωπικής αναξιοπρέπειας για μένα και ένα μεγάλο αρρωστημένο βήμα για την υπόλοιπη ανθρωπότητα που ξερνάει στη στεριά. 

Το εξομολογούμαι όμως. Τιμωρείστε με!


Όταν με το καλό ολοκληρωθεί η πασχαλινή πέψη αναζητώ και απ' τον φίλτατο αναγνώστη τη δική του απόκριση στο σοκαριστικό ενδεχόμενο της προτεινόμενης χειραψίας με τον πρωθυπουργεύοντα. 

16.4.11

όποιος δεν έχει μυαλό έχει πόδια


Συνεχίζω τη παράδοση των καθυστερημένων αναρτήσεων του Απριλίου μιας και απασχολούμαι εντατικά με την επικείμενη συμμετοχή στο μεγάλο μαραθώνιο του Λονδίνου. Μετά τη περσινή μεγαλειώδη εμφάνιση και τη συντριπτική επίδοση των δυόμιση ωρών για το πρώτο χιλιόμετρο, φέτος οι προσδοκίες έχουν εκτοξευθεί. Στόχος μου είναι η αποφυγή του υπογλυκαιμικού κώματος και της χορήγησης ενδοφλέβιου ορού. Για το λόγο αυτό η προπόνηση έχει επικεντρωθεί ειδικά στη κατακράτηση υγρών: πίνω όσο πιο πολλές μπίρες μπορώ και σκοπίμως αρνούμαι την εξαναγκαστική επικείμενη διούρηση. Επίσης τρέφομαι με υλικά πλούσια σε υδατάνθρακες και συντηρητικά ώστε να εξασφαλίσω ότι αν δεν επιτύχω τη μεγαλειώδη νίκη στο μαραθώνιο τουλάχιστο θα έχω υποκύψει στο δικό μου άλλοθι για τις ανόητες απελπισίες που μας καταθλίβουν.
Σημείωση προς φίλους-υποψήφιους χορηγούς: μετά τη περσινή απόλυτη αποτυχία του ιερού σκοπού της συγκέντρωσης των χρημάτων σας, φέτος τα λεφτά σας από τον πατροπαράδοτο έρανο θα αξιοποιηθούν καταλλήλως σε μια ενδιαφέρουσα σειρά από παμπ που εντόπισα κατά μήκος της διαδρομής.

Επίσης: Μη χάσετε την αυριανή ανάρτηση. Θα κάνω μια αποκάλυψη βόμβα: ποιος Έλληνας πατριώτης σόκαρε με την εμφάνισή του στον περσινό μαραθώνιο και πώς αυτό επηρέασε την κίνηση των spreads, το ελληνικό χρέος και τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού;

24.2.11

τούτες οι μέρες τόχουνε

Νιώθω μελαγχολικά σήμερα γιατί το τσιτσίρισμα και η τσίκνα φτάνει μέχρι εδώ πάνω, ή τουλάχιστο η ανάμνηση αυτών. Νοσταλγώ τους αγαπημένους φίλους και τη κατανυκτική τσιπουροποσία της βραδιάς μπρος στη παραγεμισμένη πιατέλα. Οι καλύτερες πολιτικές συζητήσεις γίνονται με γεμάτο στομάχι άλλωστε. Και επειδή δε μπορώ να το έχω, λέω απόψε να διασκεδάσω τούτη την απώλεια με ψυχανάλυση. Όχι ότι θα σκεφτώ και πολύ δηλαδή, απλά θα ξαναφέρω στο προσκήνιο μια παλιά σύντομη επετειακή ανάρτηση που αγαπήθηκε σα κολασμένη, με την ελπίδα ότι το κενό και στο φαντασιακό θα επουλωθεί σύντομα:


η Τσικνοπέμπτη ως τελικό στάδιο της ένταξης των αναπαραστάσεων στο δευτερογενές και άλλα απρόοπτα

Σύμφωνα με τον έλληνα ψυχαναλυτή Νίκο Νικολαΐδη, η σημασία του ψημένου φαγητού είναι πολλαπλή. Μεταξύ άλλων, διευκολύνει και προωθεί την απώθηση της ωμοφαγικής επιθυμίας που εμπεριέχεται την ευχαρίστηση του αίματος. Το τσίκνισμα του κρέατος συντελεί στην απομάκρυνση τόσο της ανθρωποφαγικής όσο και της θεοφαγικής φαντασίωσης. Το ψημένο, ως μέσο συντήρησης της τροφής, συμβάλει στην αναστολή των αντιδράσεων χωρίς μεσολάβηση σκέψεως και συντελεί στην εγκατάσταση της πρωκτικότητας και της αποταμίευσης. Από αρχαιοτάτων χρόνων, το τσίκνισμα καθόριζε και τη διάκριση μεταξύ ανθρώπων και θεών και την εγκατάσταση της μετουσίωσης: για τους θεούς η κνίσα, για τους ανθρώπους η σάρκα. Μέσω των θυσιών, του φόνου του ζώου δηλαδή, επιτρέπεται η διοχέτευση της επιθετικότητας με τρόπο συμβολικό .

Σε μια πιο ωμή ανάλυση βέβαια, όταν το παϊδάκι τσιτσιρίζει στη ψησταριά και η μπριζόλα αναστενάζει στη θέα του ουρανίσκου, η ακατάσχετη επιμονή στη ψυχαναλυτική θεώρηση της καύσης των κρεατικών μοιάζει με τη μελαγχολία του χορτοφάγου μπρος στη παλιοπαρέα το βράδυ της αθάνατης Τσικνοπέμπτης.

Πολλές θαυμαστές λεπτομέρειες για την αποστροφή της ωμοφαγίας και την ευχαρίστηση του αίματος ο αναγνώστης μπορεί να βρει -αλλά καλά καμουφλαρισμένες- στις Βάκχες του Ευρυπίδη.


πηγή έμπνευσης και ευχαρίστησης: Νίκος Νικολαΐδης (1994) Θεοφαγία: Πρωτογενής και μεταφορική στοματικότητα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

21.1.11

αναμνήσεις από το αλβανικό έπος - η ανακάλυψη του άλλου από το εγώ


Τον Γενάρη του 1991 - ακριβώς 20 χρόνια πριν δηλαδή- τα ελληνοαλβανικά σύνορα άνοιγαν και χιλιάδες εξαθλιωμένοι άνθρωποι ξεχύνονταν στην πολιτισμένη και αναπτυγμένη χώρα μας αναζητώντας το δικό τους ελληνικό όνειρο. Η ανάρτηση του Γκασμέντ Καπλάνι για εκείνη την εποχή συντάραξε τις αναμνήσεις μου και τροφοδότησε την αναβίωση μιας εβδομάδας που υπήρξα στη κυριολεξία στην αντίθετη πλευρά του φράκτη: 

Ήμουν μόλις 13 τότε και ζούσα σε μια μικρή αγροτική-ημιαστική κωμόπολη όπου πέρασα τα γυμνασιακά μου χρόνια, μιάμιση ώρα από τα σύνορα με την Αλβανία. Είχα ξυπνήσει εκείνο το πρωινό του Γενάρη αντικρύζοντας το σχολείο μου, ένα σχολικό συγκρότημα γυμνασίων και λυκείου, κατειλλημένο από άγνωστους, ριζικά ξένους, τους πιο εμφατικά "άλλους" που υπήρξαν ποτέ για μένα. Το σχολείο, ενδεχομένως για λόγους έκακτης ανάγκης σε συνθήκες έλλειψης σχεδίου, είχε μετατραπεί για μία βδομάδα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των νεόφερτων στη πόλη μας αλβανών μεταναστών. Ποτέ δεν εξηγήθηκε σε εκείνη την άγουρη κοινωνία που με μεγάλωνε ο λόγος, ούτε συζητήθηκαν ποτέ οι συνέπειες, μόνο είχε αφεθεί μόνη της στις εσωτερικές της ζυμώσεις, βουτηγμένη στις ενδογενείς της ανεπάρκειες και τις μοναχικές της διεξόδους. 
Οι έγκλειστοι "άλλοι" δεν έμοιαζαν με τίποτα με ό,τι είχα συνηθίσει μέχρι τότε. Οι άντρες είχαν φουσκωτά μαλλιά και μακριές φαβορίτες, φορούσαν στενά πουλόβερ, παντελόνια καμπάνες και ξεφτισμένα πανωφόρια ενώ οι γυναίκες διατηρούσαν ακόμα τις φούστες τους πάνω από ένα κατ' επίφαση μοντέρνο τζιν.  Ήταν αδύνατοι, λιπόσαρκοι, μα όχι αρκετά για να περάσουν ανάμεσα από τα κάγκελα που του περιέφραζαν και τους κράτησαν κλειδωμένους για μέρες. Είχαν απλωθεί στη περιφέρεια των κιγκλιδωμάτων, είχαν βάλει τα πρόσωπα ανάμεσα στα κάγκελα και κοιτούσαν απορημένοι το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο απ' έξω και που τους κοιτούσε και αυτό με την ίδια απορία. Δε μπορώ να θυμηθώ σε ποια πλευρά του φράκτη οι άνθρωποι ήταν περισσότερο τρομαγμένοι. Μα με βεβαιότητα πιστεύω πως οι κλειδωμένοι ένιωθαν πιο ελεύθεροι.  
Τρία περιστατικά σχετικά με αυτή τη "συγκέντρωση" ανθρώπων διαμόρφωσαν τη συνείδησή μου ως προς το Ξένο: 
  1. Οι ντόπιοι, σε μια ευγενική ένδειξη συμπαράστασης και φιλανθρωπίας, τους παρέδωσαν ρουχισμό και τρόφιμα. Οι έγκλειστοι, σαν μελίσσι, στριμώχθηκαν για να αρπάξουν ό,τι μπορούσαν, σφραγίζοντας στη μνήμη μου τη πρώτη ειδησεογραφική στιγμή που εξελισσόταν ποτέ μπροστά μου. Κάποιοι όμως τους πέταξαν αποφάγια τα οποία παρέμειναν αξιοπρεπώς ανέγγιχτα, ίσως επειδή οι πεινασμένοι ήταν Αλβανοί και όχι σκύλοι. 
  2. Δύο μαθητές του σχολείου, που με σύγχρονους όρους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αναδρομικά και ως bullies, σε μια επίδειξη ασύγκριτης τόλμης, πήδηξαν τα κάγκελα και προκάλεσαν δύο έγκλειστους σε ένα αγώνα μπάσκετ. Οι περίεργοι έλληνες από έξω, άλλοι ανήσυχοι και άλλοι βέβαιοι, τους προέτρεψαν να το αποφύγουν για εκείνο το πάντα πειστικό "δικό τους καλό". Οι μαθητές όμως ρίσκαραν και συνέτριψαν τους Αλβανούς αντιπάλους τους. Θα ήταν μια γλυκύτατη προσέγγιση του έτερου αν στο πρόσωπο των μαθητών δεν ήταν χαραγμένη η ικανοποίηση από τη κατάκτηση του διαστήματος. Το τελικό αποτέλεσμα της δικής τους συνάντησης με το ξένο υπέδειξε ασυζητητί τον νικητή. 
  3. Η αυλή της πολυκατοικίας μου συνόρευε με το προαύλιο του σχολείου-στρατοπέδου και πιθανολογώ ότι από κάπου εκεί ένας ευέλικτος αλβανός έφηβος θα είχε καταφέρει να μπει μέσα σ' αυτή. Ξαναζώ ακόμα έντονη την ανάμνηση των ήχων της ξεσκισμένης γαλότσας του όσο αναζητούσε πανικόβλητος την έξοδο στις σκάλες προς το υπόγειο, και των απειλών του σπιτονοικοκύρη εναντίον του που επέμεναν στη λέξη σκυλί. Αν και ελαφρά μεγαλύτερός μου, δε κατάφερα να συναισθανθώ τον αλβανό έφηβο γιατί δυσκολευόμουν τότε να αναλύσω συνεκτικούς δεσμούς μες στη κοινωνία και μόνο τώρα καταλαβαίνω πως ο τρόμος που ένιωσα δεν ήταν από τη παραμορφωτική πείνα του αλβανού αλλά από τη διαστρέβλωση της ανθρώπινης φύσης του από τον σπιτονοικοκύρη μας που δε σταμάτησε ποτέ να τον αποκαλεί σκύλο. 
Γυρίζοντας τώρα το χρόνο στο 1991 αποκαθιστώ έστω και νοερώς την επαφή με εκείνο το 13χρονο αγόρι που υπήρξα και που βίωσα την συνύπαρξη στις δυο πλευρές ενός φράκτη. Συνομιλώ μαζί του και υπομονετικά το αφήνω να εκφράσει όλα εκείνα που δεν του επέτρεπαν να καταλάβει. Του χαϊδεύω το κεφάλι με την ελπίδα να απορροφήσω τώρα ίσως λίγη από την απρόσμενη μα λογική ένταση της επαφής με το ξένο.  Ο λόγος της διαφορετικότητας άλλωστε είναι πάντα δύσκολος λόγος. Του απαλύνω την αμφιθυμία προσπαθώντας να βγάλω από πάνω του την ευθύνη της μικροαστικής του διαπαιδαγώγισης. Δε θα του πω τίποτα για το μέλλον του ούτε για το τι απέγινε αυτή η χιλιάδα ανθρώπων που κρατήθηκε προσωρινά στο σχολείο του. Θα ενθαρρύνω όμως τη προσέγγιση και θα τον αφήσω ελεύθερο να νιώσει πως εκείνη η "συνάντηση" δεν υπήρξε ποτέ στη πραγματικότητα συνάντηση. Θα τον βάλω να σκεφτεί -όσο η ηλικία του τού επιτρέπει- πόσο αυτόνομες είναι μεταξύ τους οι λέξεις "γνωρίζω, αγαπώ και κατακτώ" και αν μπορέσει ίσως να νιώσει από τότε τη διαφορετικότητα των ανθρώπων μέσα στην ισότητα. Με το πλεονέκτημα της γνώσης του μεγαλύτερου και της εμπειρίας των 20 χρόνων που έχουν μεσολαβήσει ανάμεσά μας, δικαιοδοτούμαι  τώρα να του ζητώ να εξοπλιστεί με κάθε γνώση και δεσμούς απέναντι στους φράκτες που θα υψώνονται γύρω του. Και ίσως και εκείνο να με συγχωρέσει που θα αργήσει τόσο να καταλάβει πως η μόνη θωράκιση απέναντι στη βαρβαρότητα λέγεται αλληλεγγύη. 


Η ανάρτηση αυτή αφιερώνεται στον έφηβο αλβανό που "εισέβαλε" τότε στη πολυκατοικία, με την ειλικρινή περιέργεια από μέρος μου για το πώς να εξελίχθηκε από τότε η ζωή του και για το αν κατάφερε ποτέ να ρίξει μέσα του τους φράχτες...

5.1.11

άλαλα τα χείλη

Κάποτε, παραμονές των φώτων ένας παπάς μου χτυπά τη πόρτα. Πριν καλά ανοίξω τον βλέπω να εισβάλει. "Ποιος είστε και τι θέλετε;" του λέω ενοχλημένος από την απρόσκλητη παρουσία του. "Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεός..." μου απαντά ψάλλοντας και με ραίνει με άγιο ύδωρ. "Σας παρακαλώ" του λέω, "περάστε έξω", "...καὶ τὸν κόσμον φωτίσας δόξα σοι..." συνεχίζει απτόητος εκείνος εισβάλλοντας προκλητικά και στα άλλα δωμάτια. "Με ποιο δικαίωμα..;" επιμένω, για να σιωπήσω σχεδόν αμέσως διαπιστώνοντας το αβάσταχτο βάρος του παράλογου ενός ακόμα αυτονόητου δικαιώματος...

1.12.10

ημερολόγιο ενός προσωρινά επαναπατρισθέντα ΙV

Στη πραγματικότητα η ημερολογιακή καταγραφή ΙV των δύο τελευταίων ημερών περιορίζεται στη τελευταία πρόταση της ανάρτησης (εκτός των υστερόγραφων). Μα για τη κατανόησή της η ανάγνωση του προλόγου κρίνεται απαραίτητη. 

ημέρα 4η-5η, 24-25/11/2010

ανταπόκριση από τη μπόρα μπόρα 
ή αλλιώς 
«Σ’ όλο τον κόσμο ξαστεριά/ σ’ όλο τον κόσμο ήλιος/ και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα» 

πρόλογος
Μικρός ήθελα να γίνω ειδικός στη βροχή. Μεγαλώνοντας στη πόλη όπου τα σύννεφα αδυνατούν να ξεφύγουν από τα βουνά που τη περιβάλλουν και που οι βρόχινοι λυγμοί τους καθορίζουν τη στάθμη της μικρής λυπητερής της λίμνης εξαναγκάστηκα σε μια χρόνια παρατήρηση των βροχών της, ώστε με ασφάλεια τώρα να αναγνωρίζω, εκτός των υπολοίπων, και τους παρακάτω τρεις αλησμόνητους τύπους βροχής: 
  1. ο πρώτος φέρνει το εξωτικό όνομα «τσούκου τσούκου». Χαρακτηρίζεται από πολύ ψιλές στάλες οι οποίες βρίσκονται παντού, αλλά όταν πέφτουν πάνω σου είναι τόσο λεπτές που τελικά δεν σε βρέχουν. Οι στάλες αυτές καταφέρνουν να πέφτουν ασταμάτητα για μέρες ολόκληρες, χωρίς να υγραίνουν το παραμικρό. Έτσι, μια ομπρελά αποκτά τόση άξια όσο η δήλωση ενός ποδοσφαιριστή: απολύτως καμία. Μα είναι αδιανόητο να βγεις από το σπίτι χωρίς μια τέτοια και να τελειώσει μια ποδοσφαιρική μετάδοση χωρίς επίσης μια τέτοια. Και για αυτούς που θα εξαναγκαστούν στη σκέψη, προτρέχω: Η διαφορά της γιαννιώτικης τσούκου-τσούκου με τη μακρινή λονδρέζικη ξαδερφή της έγκειται στη πρωτογενή αντίδραση των ελληνόφωνων επισκεπτών στην επαφή μαζί της. Τη τσούκου-τσούκου κανείς δεν τη χαρακτήρισε ακόμα ως το θερμό εκείνο νεφρικό απόσταγμα μετά από κάμποσες μπύρες. 
  2. τον δεύτερο δεν τον έχω ονοματίσει ακόμα μιας και ανακάλυψα πως στην παγκόσμια βιβλιογραφία της βροχής, μόνο το Άμστερνταμ αναφέρεται να βρέχεται τόσο πολύπλοκα από ένα φυσικό φαινόμενο άρα δεν αποκλείεται να φέρει ήδη κάποιο ολλανδικό όνομα. Η βροχή αυτή κατά ένα τρόπο, δεν πέφτει ποτέ κάθετα, αλλά πάντα οριζόντια. Οι σταγόνες όλες είναι στοιβαγμένες μεταξύ τους αφού διατάσσονται πολύ πυκνά ώστε ο όγκος νερού να δίνει την εντύπωση διαδοχικών κουβάδων που αγωνιωδώς περιφέρονται στα στενοσόκακα περιμένοντας τον ανυποψίαστο περαστικό για να αδειάσουν πάνω του αναιδώς το περιεχόμενο τους. 
  3. Τη τρίτη βροχή την απεικόνισε εξαιρετικά ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος στο τοπίο στην ομίχλη. Δείτε το παρακάτω βίντεο από το 5ο λεπτό. Έχει γυριστεί στη πλέον διάσημη γειτονιά των Ιωαννίνων. Παρακολουθείστε υπομονετικά μέχρι το 8:36 και θα τη νιώσετε πλήρως. Μη ξεχνάτε, αναφέρομαι στη βροχή.


τέλος προλόγου

Πώς μπορούσα να φανταστώ ο δυστυχής πως αυτή η πόλη θα περνούσε κάποτε στην εποχή των μουσώνων!

ΥΓ1. το δίστιχο του τίτλου από το διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη "η αποκριά" (εκδ. και ημ/νια αγνοούνται).
ΥΓ2. Επίσης, μπορεί για τα Γιάννενα και τη βροχή να ισχύει αυτό, αλλά το ρεκόρ των 33 τύπων βροχής του Λονδίνου (σύμφωνα με την ιδιοφυΐα του Ντάγκλας Άνταμς) ίσως να μη σπάσει ποτέ
ΥΓ3. και για να μη ξεχνιόμαστε, ο πατέρας εξέφρασε τη θλίψη του για την απώλεια σχεδόν του ενός τρίτου του ετήσιου εισοδήματός του. Οργισμένος αναλογίστηκε την αδικία μιας και ό,τι του πάρθηκε το είχε δουλέψει. Και συνέχισε μετά σιωπηλός να αναρωτιέται πότε επιτέλους θα πάψει να βρέχει. 

24.11.10

ημερολόγιο ενός προσωρινά επαναπατρισθέντα ΙΙΙ

μέρα 3η, 23/11/2010
-το φαϊ σου, την τιβί σου και άντε και γ..ήσου-

Η καινούργια μέρα ξεκίνησε πρόωρα με το μεταμεσονύχτιο καυγά του συνασπισμού γατιών που φιλοξενεί η μάνα στην αυλή. Προηγουμένως ο γατούλης τσίπρας τζούνιορ είχε αποπεμφθεί από το συνασπισμό λόγω ισχυρών αισθητικών διαφωνιών στις διαδικασίες αναδιανομής των friskies και κοιμόταν μονος στο κατώφλι της εξώπορτας. Ένας γάτος εισέβαλε το βράδυ παράνομα στην αυλή και τον απείλησε. Ο γατούλης νιαούρισε σε βοήθεια απελπισμένα καλώντας σε ένα μαζικό και ενωτικό κίνημα για την απόκρουση και ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης. Ο συνασπισμός συγκάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση για την αντιμετώπιση της κρίσης και ζήτησε το άνοιγμα ενός ειλικρινούς συντροφικού διαλόγου πάνω στα θεμελιακά ιδεολογικά και στρατηγικής φύσης ζητήματα. Τα νιαουρίσματα βοήθειας όμως κορυφώθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέλευσης οπότε τελικά παρενέβησαν οι μεγάλες δυνάμεις που με ένα σκουπόξυλο έδιωξαν τον εισβολέα γάτο. Για την επίθεση στο γατούλη ο συνασπισμός γατιών της αυλής εξέδωσε ψήφισμα που κατήγγειλε την ολομέτωπη επίθεση καταστολής και τρομοκράτησης, ενώ για τη δική μου παρέμβαση με το σκουπόξυλο δήλωσε πως αποτέλεσε μια μαχητική απάντηση στη διαρκή πολιτική τρομοκράτησης και αναίρεσης γατίσιων δικαιωμάτων προς όφελος των κεφαλαιοκρατών γατοτρόφων.

Η νύχτα συνεχίστηκε το ίδιο δραματικά:  Αναστατωμένος από την ακραιφνή έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των γατιών της αυλής άνοιξα τη τιβί αναζητώντας μάταια ηρεμία μέσα από κάποιο ξεχασμένο αφιέρωμα στον Κακναβάτο από τα κρατικά κανάλια. Αλίμονο όμως! Η κατεπείγουσα αναγκαιότητα για λίγη ομορφιά καταπλακώθηκε από τη κατεπείγουσα προπαγάνδα της κρατικής τηλεόρασης για την αναγκαιότητα της πολιτικής συμμαχίας. Η κυβέρνηση μαριονέτα δεν νομιμοποιείται με τίποτα  γι΄αυτό και στη παράσταση χρειάζεται να προστεθούν και οι λοιπές φιγούρες του θεάτρου σκιών που παίζεται ταυτόχρονα και παραλλήλως. Το μέλλον που σχεδιάζεται είναι στημένο και αυτό γίνεται πιο ευκρινές τούτες τις στιγμές πρωινής διαύγειας. Και η επιβολή του προετοιμάζεται με τη μέθοδο της αναπόφευκτης βεβαιότητας. Αυτές τις πρώτες ώρες του ξημερώματος όμως, μέσα στη  αιώνια βεβαιότητα της μετατροπής της νύχτας σε ημέρα, μπορώ να νιώσω και τις λίγες στιγμές του τρομακτικού μεταίχμιου του λυκόφωτος όπου μέσα του τα πάντα μπορούν να συμβούν. 

Στα θέλγητρα της μόνιμα ανοιχτής τηλεόρασης υπέκυψα ξανά και το μεσημέρι. Στάθηκα τότε αμίλητος μπρος στη συνέντευξη του κυβερνήτη του Προτεκτοράτου της Ελλάδας κυρίου Τόμσεν. Απευθυνόταν  σε ένα λαό που δε γνωρίζει και απ' τον οποίον ποτέ δε προσκλήθηκε να δώσει τις υπηρεσίες του. Νομίζω πως φοβάται κάπως γι΄ αυτό και κρύβεται σθεναρά πίσω από τον στυγνό τεχνοκρατισμό του μπρος στη σκέψη πως αποφασίζει για ανθρώπους που σηκώνουν ανώριμα το μεταφυσικό βάρος του να αποτελούν απογόνους των εμπνευστών της δημοκρατίας. Σιώπησα απέναντι σε αυτή την ανείπωτη επίδειξη δύναμης απέναντι στη λαϊκή κυριαρχία.

Ο πατέρας παρακολουθούσε θυμωμένος και τόνισε πόσο ασύλληπτα άδικο είναι που του παίρνουν ετσιθελικά το ένα τρίτο των δεδουλευμένων του. Θέλησα να του πω ότι αυτή τη τρομερή αδικία την ακούω από το στόμα του για τρίτη συνεχόμενη μέρα αλλά μια ισχυρή ενσυναίσθηση με απέτρεψε.

Η ελληνορθόδοξη συμμορία έμαθα ότι σήμερα συνέστησε επίσημα καινούργια μη κυβερνητική εταιρία και για να γιορτάσουν τις νέες ευλογημένες μπίζνες μαζεύτηκαν όλοι οι γνωστοί δυνάστες αυτού του λαού. Στο ρόλο του εκ μέρους όλων μας νομιμοποιητή, ο πρόεδρος του κράτους - προτεκτοράτου, που τυχαίνει να κατάγεται και από την εκλεκτή πόλη που προσωρινά με φιλοξενεί αυτές τις μέρες. Σε αυτή την αγαστή συμπόρευση παρόντων πολιτικών, επιχειρηματιών, στρατιωτικών, δικαστικών και δημοσιογράφων με τους θεσμοθετημένους πνευματικούς καταπιεστές-ιεροκύρηκες της χριστιανικής αγάπης και χριστεμπορίας αισθάνθηκα για ακόμη μια φορά ανήμπορος και μόνος. Και ξένος. Πολύ ξένος. Πιο ξένος και από όσο μέσα στο αφιλόξενο μετρό του Λονδίνου.

Στο καφενείο που πίνω τσίπουρο με τους αγαπημένους φίλους, άκουγα να μνημονεύουν τη τύχη του να χτίζω μια ζωή "μακριά από δω πέρα". Κοιτώντας τα πρόσωπά τους ένιωθα από τώρα πόσο θα μου λείψουν, ώσπου έπιασα το νου μου να γυρνά απρόκλητα στις γάτες της μάνας μου. Να τέλειωσαν άραγε, σκέφτηκα, επιτέλους εκείνη τη μακρά, γατίσια συνέλευσή τους;

φώτο: ο συνασπισμός γατιών στην αυλή της μάνας μου στα πρώτα δειλά βήματα προς τη ρήξη και την ανατροπή

23.11.10

ημερολόγιο ενός προσωρινά επαναπατρισθέντα ΙΙ

Τα πλατάνια στον παραλίμνιο χάνουν τα φύλλα τους και αυτά παραμένουν στο χώμα αναμένοντας τη σήψη. Αυτή ήταν η μέρα της θλίψης στα Γιάννενα. 

μέρα 2η, 22/11/10
-ΠΑΣ πρέζα υπνοστεντόν και τέζα-

12.24 αφύπνιση. Ήρεμος ύπνος, χωρίς διακοπές και πρόωρες αφυπνίσεις. Χωρίς μετατσιπουρικές κεφαλαλγίες. Αρχή αισιόδοξη. 

12.27 ύποπτο μπουμπουνητό από κάπου απροσδιόριστα, κρυφή ελπίδα πως ήταν μόνο υπνοπομπική παραίσθηση και όχι προμήνυμα μπόρας.

14.39 ο πατέρας δηλώνει τη λύπη του και την οργή για δεύτερη μέρα που το ένα τρίτο των δεδουλευμένων του χάνεται, ξέρει πως το 'χουμε ξανακούσει αλλά αυτό δεν είναι μόνο μια ανακοίνωση, είναι μια συναισθηματική δήλωση προς εκείνους τους αόρατους ακροατές δίπλα και πίσω από μένα. Οι ψιχάλες πέφτουν βαριές, η επικείμενη μπόρα δε μπορεί να περιμένει. Ανήσυχες οι γάτες ίσως να σκέφτονται πώς δε θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι τους.

15.58 η πολυπόθητη βόλτα στο παραλίμνιο ξεκινά. Στην υπαίθρια γλυπτοθήκη οι φιγούρες του Θ. Παπαγιάννη μοιάζουν θλιμμένες. Θέλω να φωτογραφήσω τον ουρανό μαζί τους μα και αυτός συννεφιασμένος. Η βροχή δεν έπεσε ακόμα, ακόμα μόνο τα φύλλα πέφτουν.


16.27 ο δημόσιος χώρος στη πόλη είναι πράσινος, διευρυμένος και άφθονος. Ενίοτε βανδαλισμένος. Λες και η ομορφιά είναι ασήκωτη όταν χρειάζεται μόνο να την αντικρύσουμε και όχι να τη πάρουμε στα χέρια. Το άδειο τραπεζοκάθισμα στο σύμπαν του δημόσιου χώρου είναι μια σκληρή μεταφυσική τιμωρία γι' αυτόν. Και στο δικό μας οπτικό φάσμα μια ακόμα συνήθεια.

16.31 Άνοιξα την ομπρέλα. Στα Γιάννενα, όταν ξεκινά να βρέχει τον Νοέμβρη, σταματά τον Απρίλη. Αφήνω το μικρό θέατρο και βιάζομαι προς τα έσω, βαδίζω το δρόμο που στον Θίασο ο περήφανος στρατιώτης κρατά τα δυο κομμένα κεφάλια των ανταρτών του ΕΛΑΣ:


Όλα έχουν αλλάξει τριγύρω, παρατηρώ, αλλά όπως λέει και ο στιχουργός, τα πάντα εξακολουθούν να παραμένουν ίδια.

17.40 η λόρδου Βύρωνος είναι ο πεζόδρομος των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων της πόλης και τα καταστήματά της φτιαγμένα για τις φτωχότερες τσέπες. Δε μου κάνει εντύπωση συνεπώς πως τόσα μαγαζιά σ' αυτό το δρόμο έχουν φαληρίσει. "Δεν ήταν κακός ο επιχειρηματίας...", δηλώνει το πόστερ που μια παράταξη κόλλησε στην άδεια βιτρίνα, "...ήταν η....". Αναρωτιέμαι αν η οξυμένη παρατήρηση της κρίσης είναι μόνο το βιοχημικό αποτέλεσμα μιας σκόπιμα αυξημένης ντοπαμίνης ή τα πράγματα σε αυτό το δρόμο είναι όντως κατά διαβόλου. 

18.10 στο παραδοσιακό μπουγατσοπωλείο απέναντι απ' το ρολόι ο ηλικιωμένος εργαζόμενος φωτογραφίζεται καθιστός με τη πλάτη γυρισμένη στους επίδοξους πελάτες του. Οι ώμοι  του πεσμένοι προς τα κάτω. Δυο ταψιά στη βιτρίνα, το ένα γεμάτο ακόμα και το άλλο με ένα μόνο κομμάτι να λείπει. Βρισκόταν  αποφασιστικά στο χέρι μου μιας και είναι πικρή η συνειδητοποίηση ότι σε όλοκληρο Λονδίνο αυτό που μπορεί να σου λείπει είναι η γιαννιώτική γλυκιά μπουγάτσα. Τρεις στίβες πιάτων ακέραιες αμφοτερόπλευρα και τα τραπέζια άδεια. Είναι σπουδαίο πόσο γρήγορα η θλίψη αναλαμβάνει αμέσως μετά από μια μέτρια εξυπηρέτηση.


18.20 η κεντρική πλατεία λίγο πιο πάνω συνθηματολογεί μάλλον ακίνδυνα. Οι ριζοσπαστικές δυνάμεις έχουν καταλάβει επιτέλους το δημόσιο χώρο αλλά μόνο με τα πολυγραφότατα σπρέυ τους.


21.11 Στο καφενείο του κυρ-ιδιοκτήτη που πίνω τσίπουρα, είχαμε υποπτευθεί κατάθλιψη για κείνον μήνες πρίν όταν καλοκαιριάτικα μας εξιστόρησε τα σωματικά του συμπτώματα. Σήμερα μας έδειξε τα αντικαταθλιπτικά που μετά από ένα μήνα χρήσης σταμάτησε γιατί ένας θαμώνας του είπε πως κάτι τέτοια είναι για τρελούς και πως θα έπρεπε να πάρει το σιρόπι που και ο ίδιος παίρνει για παρόμοιους λόγους. Πιστεύει πως το σιρόπι τον κάνει τώρα καλά, μα μπορεί να μη σκέφτηκε πως ίσως να ήταν μόνο η επίδραση της σιταλοπράμης που διέκοψε.

23.59 Η μέρα 2η τελείωσε. Όπως ένας ηλικιωμένος στο καφενείο δήλωσε καθώς χαιρετούσε: "μια ακόμα μέρα λιγότερη".

    22.11.10

    ημερολόγιο ενός προσωρινά επαναπατρισθέντα Ι

    Επέστρεψα μετά από καιρό, για λίγες μέρες, στο τόπο καταγωγής μου, στα Γιάννενα, που είναι πρώτα στα γρόσσια και στα άρματα. Για όποιον βρίσκει ενδιαφέρον στις αριθμημένες υποκειμενικές παρατηρήσεις απαριθμώ ελεύθερα μερικές από τις πρωτόγονες σκέψεις μου στα ερεθίσματα από τη γλυκιά πατρίδα:

    μέρα 1η, 21/11/10
    - εικοσάευρο και μακαρόνια-
    1. ο πατέρας εξέφρασε τη θλίψη του για την απώλεια σχεδόν του ενός τρίτου του ετήσιου εισοδήματός του. Εξέφρασε οργή και αναλογίστηκε την αδικία μιας και ό,τι του πάρθηκε το είχε δουλέψει. Και ήπιε αμέσως μετά σιωπηλός τη τελευταία γουλιά απ' τον σκέτο καφέ του, πριν αφεθεί σε μια συγκινητική γενναιοδωρία απέναντι στον επαναπατρισθέντα γιο που έψαχνε ο φτωχός στις τσέπες το πορτοφόλι του για να κεράσει.
    2. Η μάνα φιλοξενεί στην αυλή 6 γάτες. Η φροντίδα της τις έχει μετατρέψει σε μικρά εγωιστικά οικόσιτα. Ίσως να την εκδικούνται κιόλας που ονόμασε δυο απ' αυτές τσίπρα και κουβέλη.
    3. Η κακούργα κοινωνία και η εργασιακή τρομοκρατία έκανε τη μικρή αδερφή μου ανέλπιστα μετριοπαθή κρυφοαναρχική. Η ίδια βέβαια δε θα το αντιληφθεί ποτέ. 
    4. Το καφενείο που πίνω τσίπουρο με τους αγαπημένους φίλους που μου έλειψαν τόσο κόντεψε να κλείσει, μιας και οι θαμώνες του εξεγέρθηκαν απέναντι στην αντικαπνιστική καταπίεση και κύρηξαν αποχή απ΄τη κολτσίνα. "Υπάρχει ζωή χωρίς τασάκι;" φαίνεται να αναρωτήθηκαν δυο-τρεις απ' αυτούς.
    5. Στη πόλη συντελέστηκε προσφάτως πολιτική αλλαγή. Νέος δήμαρχος εκλέχτηκε ο κ. Φίλιος, ο οποίος είναι άριστος ξενιστής πολιτικού καιροσκοπισμού και εθισμένος στην αντίληψη της εξουσίας ως δημοσιοϋπαλληλισμού μέσα από τη χρόνια εγκατάστασή του στα δημοτικά συμβούλια. Δήμαρχος της ίδιας πόλης και τη δεκαετία του 80, η τοπική κοινωνία για μια εικοσαετία σχεδόν τον προέτρεπε να αποσυρθεί αρνούμενη επανειλημμένα να τον προτιμήσει σε διαδοχικές εκλογικές διαδικασίες. Ο ίδιος όμως αδυνατούσε να αποδεχτεί ότι δεν έχει πλέον τίποτα να προσφέρει και ότι προφανώς υπάρχουν  στη πόλη και άλλοι που θα μπορούν να είναι περισσότερο παραγωγικοί στη σκέψη και τη πολιτική. Είναι τραγικό που οι κάλπες δικαίωσαν τη μακρόχρονη βουνίσια επιμονή του.
    6. Βέβαια δε χρειάστηκε να προσπαθήσει ιδιαίτερα. Ο απερχόμενος δήμαρχος κ. Γκόντας έκανε ό,τι μπορούσε για να πείσει ακόμα και αυτούς στους οποίους "έδωσε ψωμί να φάνε" ότι η διαχείρηση ενός δήμου με τη λογική της ατομικής ιδιοκτησίας είναι πράγματι μια κακή ιδέα για να συνεχίζεται και σε τρίτη τετραετία. Και ότι προκαλεί πολύ πόνο όταν χρησιμοποιείς τη θέση της εξουσίας για να συκοφαντείς, να ξυλοφορτώνεις, να τραμπουκίζεις και να διαπομπεύεις ανθρώπους. Και κατέδειξε πανηγυρικά τη γενικευμένη διαπίστωση πως αν προσφέρεις στον μικροαστό τη χαρά της εξουσίας, εκείνος δε θα διστάσει να υποκύψει ηδονικά στο σαδισμό της επιβολής της πάνω σου, σε σένα που είχες την ατυχή έμπνευση να τον εκλέξεις τη μαύρη εκείνη ώρα. 
    7. ο τίτλος της ημέρας 1 είναι δανεισμένος απ' τον τιμοκατάλογο της πρόσφατης κάλπης. Γιαννιώτικες λιχουδιές...
    φώτο: ο Αλή πασάς μόλις του ανακοίνωσαν το τραγικό νέο της σημερινής ισοπαλίας του ΠΑΣ

    οι πελάτες μας ψώνισαν και αυτό

    Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

    διάβασε και αυτό

    AddThis