Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υποκαταστήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υποκαταστήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9.10.14

στην σκιά του Τσε

Με αφορμή την επέτειο της εκτέλεσης του Τσε Γκεβάρα, φέρνω στο νου μου τις δύο περιστάσεις που βρέθηκα με ένα συμβολικά τρόπο, από φυσικής άποψης "κοντά" σε αυτόν. Η πρώτη, δια μέσω μιας εκκωφαντικής απουσίας. Η δεύτερη μέσω μιας συγκινητικής παρουσίας.


Η Απουσία.

Μερικά χρόνια πριν, το 2005, με δύο αγαπημένους μου compañeros ταξιδέψαμε στην Αργεντινή. Έχοντας ήδη περάσει μερικές εβδομάδες στο Μπουένος Άιρες, αντιμετωπίζαμε με έκπληξη το γεγονός ότι το έθνος της καταγωγής του Τσε δήλωνε όσο το δυνατόν λιγότερο την σχέση του με εκείνον. Οι αναφορές ήταν ελάχιστες, οι διάσημες προσωπογραφίες του δεν βρίσκονταν πουθενά. Τουλάχιστο δημόσια. Ακόμα και στις πιο φτωχικές συνοικίες που διασχίσαμε, ακόμα και στα περιχώρα του La Bombonera που είχαμε την ευτυχία να περιπλανηθούμε, το πρόσωπο του Τσε, το σύμβολο της επανάστασης και της νεανικότητας, ο εκφραστής των καταπιεσμένων και των χωρίς φωνή, απουσίαζε από τους δρόμους και από τους τοίχους σχεδόν εκκωφαντικά. Ακόμα και στα πιο τουριστικά μέρη της πρωτεύουσας ούτε μια αφίσα προς πώληση, ελάχιστα τ-σερτ, ακόμα λιγότερα μαγνητάκια του ψυγείου. Ακόμα και σε μια αντιαμερικανική διαδήλωση που πήραμε μέρος με εκατοντάδες χιλιάδες άλλους, πασχίσαμε μέχρι να βρούμε κάτι που να αναγνωρίζει στο ασυνείδητο των συμπατριωτών του την συμμετοχή του και τη θυσία του στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Ακόμα και το μουσείο του Τσε στο Μπουένος Άιρες δεν είναι παρά ένα κατάστημα με αναμνηστικά είδη.

Δεν γνωρίζαμε πώς να ερμηνεύσουμε την απουσία του Τσε στην χώρα της καταγωγής του, ειδικά μάλιστα εκείνα τα πρώτα χρόνια της χρεωκοπίας της. Ήταν μήπως η αστική αλαζονεία της κυρίαρχης τάξης μιας πόλης με απίθανο αίσθημα μεγαλείου όπως το Μπουένος Άιρες; Η ασυναίσθητη ντροπή λόγω ακριβώς της κυριαρχίας αυτής της τάξης; Η μικρή παράδοση σε σύγχρονα επαναστατικά κινήματα της χώρας; Η σχετική ευμάρεια της προ της χρεωκοπίας κοινωνίας; Η σκέψη μου επιστρέφει στον Τσε ως σύμβολο, για να διαπιστώσω ότι οι Αργεντίνοι είναι λαός που ειδικεύεται στην εξαγωγή συμβόλων. Κάρλος Γκαρδέλ, Τσε, Εβίτα Περόν και υπεράνω όλων Ντιέγκο Μαραντόνα. Γιατί ήταν η μορφή του Ντιέγκο που κυριαρχούσε στους τοίχους των φτωχικών συνοικιών, το νούμερο 10 της φανέλας σε μια υπέροχη ανασύνθεση του Dios (=Θεός) (D10S) στα καφενεία, τα εστιατόρια, στις βιτρίνες, στα σημαιάκια των τουριστικών καταστημάτων, στις αφίσες, τα τ-σερτ, τα μαγνητάκια. Ο Ντιέγκο που ξεπήδησε από την εξαθλιωμένη κατώτερη τάξη της παραγκούπολης της Μπόκα, ο Ντιέγκο της αποθέωσης και της αυτοκαταστροφής, της αντίδρασης, της επανάστασης, της νίκης και της ήττας, της πτήσης και της πτώσης, της ταυτόχρονης θεϊκής και απόλυτα ανθρώπινης διάστασης. Υπήρχε ο Ντιέγκο για την συμβολοποίηση όλων όσων ο Τσε θα μπορούσε να εκφράσει.

Εξερευνώντας το εσωτερικό της Αργεντινής, κάποια στιγμή βρεθήκαμε στο Rosario. Η πόλη αυτή, που είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής, φημίζεται κυρίως για τα εξής: 1) Είναι το λίκνο της αργεντίνικης σημαίας και του αργεντίνικου πατριωτισμού 2) βρίσκεται στα παράλια ενός γιγάντιου ποταμού, του Paraná, 3) αποτελεί την έδρα της Newell's Old Boys η οποία ήταν η πρώτη ομάδα του Ντιέγκο Μαραντόνα, και 4) στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Λιονέλ Μέσι. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η παράθεση των στοιχείων της πόλης, και ο λόγος είναι ότι λείπει από την αφήγηση κάτι πολύ σπουδαίο:
Το Ροσάριο είναι η πόλη που γεννήθηκε ο Τσε Γκεβάρα.
Περιμέναμε, τουλάχιστο εκεί, ο Τσε να ήταν παρών. Η πόλη του μας διέψευσε. Στους οδηγούς, το σπίτι που γεννήθηκε ο Τσε αναφερόταν σε ένα υποσέλιδο. Στα φυλλάδια της πόλης πουθενά. Μα ήμαστε αποφασισμένοι να φτάσουμε εκεί. Να δώσουμε στο μύθο μια διάσταση όσο μπορούσαμε χειροπιαστή. Θυμάμαι σαν τώρα την ημέρα, και την διαδρομή προς το σπίτι εκείνο. Το θερμόμετρο είχε ξεπεράσει τους 40 βαθμούς και ο ποταμός είχε εκτοξεύσει την υγρασία σε επίπεδα ασθματικής κρίσης. Ιδρώναμε, διψάγαμε και αδυνατούσαμε να αναπνεύσουμε. Ανεβήκαμε μια μεγάλη ανηφόρα και βρεθήκαμε σε ένα ακόμα από τα μεγάλα σταυροδρόμια της πόλης. Urquiza y Entre Rios, η διεύθυνση. Ούτε μια πινακίδα. Ούτε ένα σημείωμα. Σταθήκαμε απέναντι ακριβώς και καθίσαμε στο πεζοδρόμιο. Ήταν ένα από όλα τα σπίτια. Σε έναν απ' τους ορόφους του, μια γυναίκα είχε γείρει αναπαυτικά στο περβάζι του παραθύρου της. Ήμαστε εξαντλημένοι αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που παραμείναμε αμίλητοι για ώρα. Φύγαμε χωρίς καν να τραβήξουμε κάποιο στιγμιότυπο, μια φωτογραφία. Δεν συζητήσαμε τι είχε περάσει από το μυαλό μας εκείνες τις στιγμές της σιωπής. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο τρίτος compañero μου έδειξε μια φώτο αυτής της περισυλλογής. Τότε κατάλαβα πόσο είχα βρεθεί για λίγο στην σκιά του.



Η Παρουσία.

Εννέα χρόνια αργότερα, οι δυο compañeros έδωσαν την θέση τους στην αγαπημένη συντρόφισσα. Και η χώρα της γέννησης και της (σχεδόν) ανυποληψίας, έγινε η χώρα της ταφής και της λατρείας. Κούβα. Εκεί η παρουσία του Τσε είναι ολοκληρωτική. Στους τοίχους, στις βιτρίνες, στα δημόσια κτίρια, στα ετοιμόρροπα σπίτια. 



Προσπαθώ ξανά να καταλάβω την ουσία της. Προφανώς είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μορφή της επανάστασης. Την καθόρισε πλήρως. Και μετά το πρόσωπό του αποκόπηκε από αυτή, αυτονομήθηκε, εξατομικεύτηκε, επανακαθορίστηκε από καθέναν που το υιοθέτησε, ίσως κανένα άλλο πρόσωπο στην ιστορία δεν έγινε το σύμβολο τόσων διαφορετικών τάσεων της κυρίαρχης κουλτούρας. Ή τουλάχιστο, με τέτοια πεποίθηση για εκείνον προσγειωνόμουν στην Αβάνα. Μα η αγωνία μου για την επικυριαρχία της ποπ διάστασης του Τσε ακόμα και στο τόπο λατρείας του ευτυχώς διαψεύστηκε αμέσως. 




Ο Τσε παραμένει πολιτικό πρόσωπο στην Κούβα. Το πρόσωπο του Τσε είναι παντού για να παρατείνει την πολιτική διάσταση αυτού που ζει η Κούβα τα τελευταία 55 χρόνια. Και οι αρχές προσπαθούν σκληρά να διατηρήσουν και το επαναστατικό του προσωπείο. Ρήσεις του για τον ιμπεριαλισμό, σκέψεις του για την επανάσταση, την παιδεία, τον σοσιαλισμό, είναι γραμμένες παντού, από την γιγαντιαία μορφή του στη Plaza de la revolucion και τα μεγάλα πόστερ στο κέντρο της Αβάνας ως στις πινακίδες στις εθνικές οδούς, στις γέφυρες, στις καλύβες των χωριών, ακόμα και στους λόφους, στις πέτρες της υπαίθρου.  



Μα περπατώντας εκείνη την Αβάνα που δεν ανακαινίστηκε απ' την UNESCO, ερχόμενος σε επαφή με τα ετοιμόρροπα κατοικημένα σπίτια, τα άδεια καταστήματα, τις ουρές σε όσα ακόμα έχουν προϊόντα, τα μισοάδεια ράφια των κοινωνικών παντοπωλείων, τα γεροντάκια που πουλάνε την έκδοση της Granma της προηγούμενης μέρας στους τουρίστες, τους νεαρούς που προσπαθούν να σε παραπλανήσουν για την αγορά λαθραίων πούρων, και τις νεαρές που περιμένουν τη στιγμή που η συντρόφισσα θα με αφήσει για λίγο μόνο, κάτι μέσα μου μου λέει πως η πανταχού παρουσία του Τσε υπάρχει μόνο και μόνο για αυτήν την απαραίτητη ενθάρρυνση. Την αναγκαιότητα της πίστης. Της επιμονής. "Κρατήστε λίγο ακόμα" σαν να τους λέει η μορφή του ή ακόμα και "κάντε κουράγιο, θα περάσει". Έδινε σε εμένα δύναμη η μορφή του για να αντέξω τη ζωή που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου και ήλπιζα ότι ίσως να έκανε το ίδιο και για εκείνους που την ζούσαν.




Υπάρχει όμως και αυτό. Το συναίσθημα. Η παράδοση. Η κουλτούρα. Οι κουβανοί τρέφονται με αυτό. Ορίζουν την ζωή τους και μέσα από αυτό. Έχουν φτιάξει μια κοινωνία που δεν περιστρέφεται γύρω από την κατανάλωση, το κυνήγι του χρήματος. Που είναι τόσο ξένη απ΄τη δική μας. Με ποιο κριτήριο να επεξεργαστώ εκείνο που οι στίχοι τους κάνει να αισθάνονται; 



Έξω απ' την Αβάνα, ο Τσε ανακτά τις πολιτικές του διαστάσεις. Και τις μεταφυσικές του επαναστατικές. Πηγαίνουμε στην Σάντα Κλάρα, μια απλή κουβανέζικη πόλη, μακριά από τουρίστες και αντιπροσώπους της UNESCO. Εκεί μπορεί να δει κανείς την καθημερινότητα. Και μέσα σε αυτή, την παρουσία του Τσε, μιας και η ιστορία της πόλης σημαδεύτηκε από εκείνον. Το μαυσωλείο που χτίστηκε προς τιμήν του το 1997 για να φυλάξει τα λείψανά του έχει μεγαλειώδεις διαστάσεις για προφανείς λόγους. Το υπερφυσικό άγαλμα του Τσε κοιτάζει προς την οροσειρά Escambray, από όπου οι αντάρτες του εξαπέλυσαν την τελική επίθεση για την κατάληψη της Σάντα Κλάρα. Ένα επίπεδο πιο χαμηλά, ένα μικρό μουσείο, στο οποίο εκτίθενται προσωπικά αντικείμενα του Τσε από την περίοδο του ένοπλου αγώνα στα βουνά. Εκτός των άλλων υπάρχει ο πομπός του Radio Rebelbe, του επαναστατικού ραδιοφωνικού σταθμού που εξέπεμπε από την Σιέρα Μαέστρα. Ακριβώς απέναντι υπάρχει το σημείο της ταφής. Ένα επιβλητικό υπόγειο, με χαμηλό τεχνητό φωτισμό, και μια φλόγα που καίει. Ένας μακρύς ξύλινος τοίχος με ανάγλυφες χαραγμένες τις μορφές των συντρόφων του που εκτελέστηκαν μαζί του στην Βολιβία, και με μια σαφή διακριτικότητα, η μορφή εκείνου, λίγο πιο μεγάλη και λίγο πιο εξέχουσα. Η σιωπή είναι σχεδόν απόλυτη, εκτός ίσως από τις σπίθες της φλόγας. Στην είσοδο, μιας γυναίκα στρατιωτικός φυλάει το μέρος. Την κοιτώ και ανταλλάσσουμε το κρυφό χαμόγελο μιας κάποιας συνεννόησης. Λίγο πιο πριν μου είχε απαγορέψει να μπω στο μνημείο αν δεν έβγαζα το καπέλο μου. 







Λίγους μήνες μετά την δεύτερη επαφή μου με τα φυσικά ίχνη της μορφής του, ακόμα πασχίζω να λύσω την εσωτερική σύγκρουση που μου προκάλεσε. Η παρουσία του Τσε, στην ένταση που συμβαίνει στην Κούβα, είναι καθηλωτική. Αφού ο Τσε εξακολουθεί να παραμένει κάτι περισσότερο από ποπ σύμβολο της κυρίαρχης κουλτούρας, η αγαπημένη παρουσία του (που λέει και το τραγούδι) με εμπόδισε από το να σκεφτώ, να βγάλω το δικό μου συμπέρασμα για το τι είναι σήμερα η Κούβα. Λίγο περισσότερο συναισθηματισμός από όσο χρειάζεται και να που αδυνατώ να εξέλθω από το δέος. 

5.8.14

καρτ postάλ απ' τη Σίκινο




Αγαπημένη μου Νάντια 

Συγχώρεσε με που δεν κατάφερα να σου γράψω από το νησί όσο βρισκόμαστε εκεί. Έχουν περάσει μέρες από όταν επιστρέψαμε και τώρα που βρίσκομαι μακριά καταλαβαίνω πως ήταν η ίδια η Σίκινος που δεν μου επέτρεπε να το κάνω. Προφανώς, πάνω σε εκείνο το βράχο, ο νους, η καρδιά, το πνεύμα, το σώμα, καθετί θα βρισκόταν απασχολημένο σε οτιδήποτε θα μπορούσε να αποτρέψει την ενδελέχεια με την αριστοτελική της έννοια. Την επαφή με μια εσωτερικότητα. Μα πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ο ίδιος ο τόπος έστεκε άγονος, άκαρπος, στείρος, αφημένος στο ανεμολόγιο και την περικύκλωση από τη θάλασσα. Κοίτα έξω σου έλεγε, όχι μέσα. Και αν καταφέρεις να αντέξεις αυτό που θα δεις, αν καταλάβεις έστω και λίγο το άγονο, την ριπή, την αλμύρα, τότε ίσως σου επιτρέψει το νησί να γυρίσεις προς τα μέσα.

Αλοπρόνοια σημαίνει φροντίδα από τις κακουχίες της θάλασσας διάβασα κάπου. Εμένα πάλι η λέξη αυτή αυτή μου φέρνει στο νου την αλλοφροσύνη, το αλλοπρόσαλλο, την αλοπεριδόλη, τίποτα δηλαδή καθησυχαστικό, τίποτα φροντιστικό πέραν ίσως του εύηχου της προφοράς της. Στο λεωφορείο από την Αλοπρόνοια προς τη Χώρα λαθράκουσα τη συνομιλία ενός Γάλλου και ενός Γερμανού για το νησί. Ο πρώτος αναρωτήθηκε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει σε έναν τόπο όπου όλα γίνονται σε ένα απόγευμα. Ο δεύτερος, λες πιο έμπειρος, χαμογελώντας αποκρίθηκε πως η ίδια η ερώτηση από μόνη της σήμαινε πως όποιος την έκανε δεν είχε μπει ακόμα στους ρυθμούς της Σικίνου. Ας χαλάρωνε λοιπόν και ας άφηνε το νησί να αναλάβει την προτεραιότητα.

Περιττό να σου πω ότι δεν κατάφερα να κοιμηθώ πλήρως ούτε ένα βράδυ από αυτά που έμεινα εκεί. Τα κοκόρια ξυπνούσαν από νωρίς, ένα τους θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι από τις 3 το πρωί ήταν στο πόδι παρασέρνοντας και τα υπόλοιπα σε μια επιμελή, συλλογική πρώιμη αφύπνιση. Κάποιες νύχτες πάλι ξαγρύπνησα και απ' τον άνεμο. Εκεί ψηλά στο κάστρο της χώρας δεν υπάρχουν άλλες αντιστάσεις, χρειάζεται να αποδεχθείς την έκθεση σε κάτι δυνατότερο από εσένα, που σε αποκαλύπτει, σε απογυμνώνει, που μπορεί ακόμα και να στοιχειώνει και την παραμονή πίσω από κάποια κλειστά παράθυρα. Ο «Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους / Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο» είχε γράψει σε κάποιον από αυτούς τους βράχους κάποτε ο Ελύτης. 

Κάποια βράδια ωστόσο που κατάφερνα να κοιμηθώ για λίγες ώρες, ήταν οι εφιάλτες που με ξυπνούσαν με ταραχή, η βία που παραμονεύει στην βασιλική οδό προς το ασυνείδητο ακόμα και αυτή την εβδομάδα του χρόνου. Γιατί για όσο κρατούσε η αφύπνιση κατάφερνα μεθοδικά να ξεφεύγω λίγο από τη βία της ίδιας της ζωής, ακόμα και αν αυτή επέμενε να κατακλύζει τον κόσμο με το αποκρουστικό της πρόσωπο: Αεροπλάνα που έπεφταν διαδοχικά, παιδιά που σφαγιάζονταν, κοινωνίες που βομβαρδίζονταν και άλλες που φτώχαιναν. Απομονωνόμουν από όλα αυτά συνειδητά, μα ξέρεις καλά πως η απομόνωση είναι το ύστατο καταφύγιο πριν το ολοκληρωτικό πλήγμα. Αλλά να, σε μια ερημική παραλία, που λες και μας άνηκε προσωρινά, ξεχασμένοι επί ώρες κάτω απ' τη σκιά των αρμυρικιών, με μόνο το τραγούδι του τζίτζικα, το ξέβρασμα των κυμάτων και το γύρισμα των σελίδων ενός βιβλίου να μπορεί να διασαλέψει την γαλήνη, βία ήταν μόνο η εμμονική σκέψη της επιστροφής και η απρόσμενη επίθεση ενός πεινασμένου πουλιού που άρπαξε ένα απόγευμα τον ανέμελο τζίτζικα στερώντας από εμάς τον αδυσώπητο ρυθμό της λαλιάς του.

Στο μεταξύ, την εβδομάδα που πήγαμε εμείς, το νησί γιόρταζε με συνεχείς εκδηλώσεις. Χοροί, μουσικές, παραστάσεις, νησολόγια, τηλεθεάσεις αστεριών, αρτοκλασίες. Τα θερινά μαθήματα χορών ήταν υπερενταντικά, τα τοπία αναρίθμητα και η φαντασία ασύλληπτη. Έτσι έλεγαν οι αφίσες στους τοίχους. Αναρωτιέμαι τι ήταν εκείνο που πυροδοτούσε την υπερβολή τους. Να σχετιζόταν άραγε με την πηγή των δικών μου αϋπνιών, με την ανησυχία των κοκόρων, τους ριπαίους αέρηδες του ανεμολόγιου; Τι αδάμαστο θα μπορούσε να τιθασεύσει αυτός ο υπερθετικός; 

Λίγο πριν κλείσω, να σου γράψω πως για ένα ακόμα καλοκαίρι δεν απέφυγα το επώδυνο κοκκίνισμα. Νομίζω πως αισθάνομαι ακόμα λίγο από τον πόνο, έτσι μακριά από όλα αυτά που βρίσκομαι τώρα.

Σε φιλώ και σε σκέφτομαι

El R











10.3.14

Ούτε στα Γιάννενα ούτε πουθενά


Πρόλογος: 

Είχα καιρό να δω τόση μαζεμένη δημοσιότητα για τον τόπο καταγωγής μου τα Γιάννενα όσο αυτή των προηγούμενων ημερών: Τα δάκρυα και η συγγνώμη του προέδρου της Γερμανίας στην επίσκεψή του στο χωριό των Λυγκιάδων απέναντι από τα Γιάννενα όπου οι ναζί της Wermacht και των SS δολοφόνησαν 82 ανθρώπους και ισοπέδωσαν το χωριό το 1943, η συγκεκαλυμένη οργή και αξιοπρεπής θλίψη μιας ενενηντάχρονης Εβραίας των Ιωαννίνων που επέζησε του Άουσβιτς, και την ίδια στιγμή η σύναξη μιας χούφτας Ελλήνων νεοναζί σε μια καφετέρια ενός διπλανού χωριού για να μιλήσουν για δημοκρατία, εκλογές και ψηφοδέλτια, περικυκλωμένοι από μπάτσους και αντιφασίστες. 

Δυστυχώς η προβολή αφορούσε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο την ναζιστική ιδεολογία.

Μια ιδεολογία που ισοπέδωσε την Ελλάδα πριν 70 χρόνια και που, σαν οι Έλληνες να μην έχουνε διδαχτεί το παραμικρό, επελαύνει σήμερα. Επελαύνει είτε ανοιχτά με ένα καθαρά ναζιστικό κόμμα που εμμένει στη δημοφιλία του είτε έμμεσα με πρακτικές που θυμίζουν αυτήν την ιδεολογία: απολυταρχισμός και σύνθλιψη δημοκρατικών δικαιωμάτων, βίαιη καταστολή των αγώνων γι' αυτά, κρατική και μιντιακή προπαγάνδα, κρατικός ρατσισμός, στρατόπεδα συγκέντρωσης, πογκρόμ και φυλακές-κολαστήρια μειονοτήτων, συστηματική αντίθεση και στοχοποίηση αριστερών, κομμουνιστικών, αναρχικών ιδεών. 

Δεν ξεχνώ πως στο χωριό των Λιγκιάδων, στις διπλές εκλογές του Μαΐου - Ιουνίου του '12, 8 άνθρωποι (4,5%) περνώντας μπροστά απ' το μνημείο των δολοφονημένων προγόνων τους από τους Ναζί μπήκαν στο πνευματικό κέντρο του χωριού τους που ήταν στημένη η κάλπη και ψήφισαν τους νεοναζί της Χρυσής Αβγής. 

Όντας μακριά πλέον από τον τόπο αυτό, και μην έχοντας άλλο μέσο στα χέρια μου πέραν ίσως αυτού που διαβάζεις τώρα, μπορώ μόνο να διαβάζω την επικαιρότητα του τόπου μου τοποθετώντας τη στο ιστορικό πλαίσιό της. Που σε περιόδους κρίσης σαν και αυτή, το ιστορικό της πλαίσιο ίσως αποτελεί το μόνο οδηγό για ένα φωτεινότερο μέλλον. Μέλλον χωρίς φασίστες-ναζιστές και απολυταρχία, μέλλον με προκοπή και ελευθερία. 

Κυρίως κείμενο:

Φωτογραφημένο απόσπασμα από το συγκλονιστικό έργο του Mark Mazower με τον τίτλο Inside Hitler's Greece. Οι σελίδες 252 - 253 αφιερωμένες στο ολοκαύτωμα των Γιαννιωτών Εβραίων το 43. 







Και μετά τη μαυρίλα, μια μικρή λάμψη ελπίδας για το τέλος με μια παλιά φωτογραφία από τα Γιάννενα. 




28.12.12

Μουκλιόμος

Τα "κλαρίνα", στο συλλογικό ασυνείδητο όσων υπήρξαν ανυπόμονοι στον να σκαρφαλώνουν την κοινωνική σκάλα, ήταν (και ενδεχομένως να παραμένουν) εξοβελισμένα στο να συμβολίζουν τον "βλάχο", αυτόν το γενικό χαρακτηρισμό που διαχωρίζει τον επιτέλους αστό από τον μερικώς αστικοποιημένο (ή απλά χωριάτη) των (ηπειρωτικών συνήθως) ορέων και που προφανώς χρησίμευε στο να κρατά σε ασφαλή απόσταση το αστικοποιημένο εγώ από το υπόλειμμα της ταπεινής καταγωγής του που το απειλούσε. Για μένα τα κλαρίνα ήταν για χρόνια αχαρτογράφητα ή ενταγμένα εντελώς ακαδημαϊκά στην υποκουλτούρα των καλοκαιρινών πανηγυριών των παιδικών μου χρόνων, πανηγύρια όπου στέναζαν και αναστέναζαν οι ηπειρώτες μετανάστες όταν για κανά δεκαπενθήμερο γυρνούσαν στα έρημα χωριά τους από τις φάμπρικες της Γερμανίας και της Σουηδίας. 

Στα Γιάννενα όμως, στη πόλη που επιστρέφω πού και πού στα διαλείμματα της δικής μου μοντέρνας μετανάστευσης, τα κλαρίνα συνεχίζουν να γητεύουν, αδιαφορώντας θαρραλέα για τους παρελκόμενους χαρακτηρισμούς. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια συμβαίνει και μια ιδιότυπη απενεχοποίηση που συνίσταται στη μαζική κλήση κλαριτζίδων και των συγκροτημάτων τους, παραμονή χριστουγέννων και πρωτοχρονιάς, από μοντέρνες καφετέριες και μπαρ προκειμένου να διασκεδάσουν τους θαμώνες τους "παραδοσιακά" και προφανώς "εναλλακτικά", συνοδεία σουβλακίων, λουκάνικων και τσίπουρου. Η τάση αυτή είναι πια εξαιρετικά επιτυχημένη και οπωσδήποτε άκρως ψυχαγωγική, πέραν των λοιπών ψυχοκοινωνικών της ωφελειών. Και εξασφαλίζει και ένα καλό μεροκάματο για τα "κλαρίνα", των οποίων διαφορετικά η καριέρα θα περιοριζόταν στα καλοκαιρινά πανηγύρια και στις μερικώς αστικοποιημένες γαμήλιες δεξιώσεις. 

Κάτω από αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο, σε ένα καπνισμένο απ' τα τσιγάρα και πνιγμένο απ' την οσμή του τσίπουρου καταγώγιο, ανήμερα τα χριστούγεννα στην αιθαλομίχλη των Ιωαννίνων, άκουσα για πρώτη φορά τον "Μουκλιόμος". 


Ο (ή μήπως οι) Μουκλιόμος είναι προφανώς γιαννιώτικα "κλαρίνα". Πρόκειται για την ορχήστρα του Γιάννη Χαλδούπη (φώτο), ο οποίος πλαισιώνεται από τα τρία αδέρφια Ζέγκιου στα βασικά όργανα (δεύτερο κλαρίνο δηλαδή, φλογέρα και ακορντεόν) και στη κιθάρα από τον Χαλιλόπουλο, έναν ακόμα αξεπέραστο οργανοπαίχτη της θρυλικής οικογένειας των Χαλιλοπουλαίων. Είναι υπέροχο να μαθαίνει κανείς πως "μουκλιόμος" σημαίνει "λεύτερος" στην γλώσσα των Ρομά και όπως έμαθα αργότερα αυτό ήταν το όνομα της μπάντας του Χαλδούπη όταν ήταν μετανάστης στην Ολλανδία όπου βιοποριζόταν μεταξύ άλλων επισκευάζοντας κλαρίνα. Ο ήχος τους είναι παραδοσιακός πωγωνίσιος με πολλά στοιχεία βαλκανικών χάλκινων και στα μεγάλα κέφια ξεφεύγουν με ακραίους, μακρόσυρτους τζαζ-like αυτοσχεδιασμούς. Οι χίψτερ θα αποκαλούσαν τον ήχο balkan ή gupsy folk τζαζ. Και χωρίς αμφιβολία, αν δεν κινδύνευε να χάσει εντελώς το νόημά του όπως κάθε έργο τέχνης που βιώνεται εκτός του πολιτισμικού του πλαισίου, ένα αξιοπρεπές management θα μπορούσε αυτή την ορχήστρα να την εκτόξευε. 
Το πολιτισμικό υπόβαθρο του Ρομά φαίνεται ότι αποτελεί βασικό στοιχείο του (των) Μουκλιόμου και αυτό είναι συνεπές στον ήχο αλλά και στα τραγούδια που λέει (λένε). Δεν είναι τυχαίο ότι όταν έκλεισα επιτέλους το στόμα μου που έχασκε στο πρώτο μισάωρο της επαφής με εκείνους και ρώτησα τελικά τους ανθρώπους γύρω μου, όρθιος και στριμωγμένος, για το ποιο είναι το συγκρότημα που έπαιζε, οι περισσότερες απαντήσεις που πήρα ήταν απλά "κάποιοι γύφτοι από τον Παρακάλαμο". Αυτού του είδους ο φυλετικός καθορισμός αν και ασαφής, καθώς οι Ρομά είναι διαφορετικοί από τους "γύφτους", αν και καίριος αναφορικά στη κοινωνική κατάταξη, αποδείχτηκε προς τιμήν τους και διεκδικιταίος και εντελώς μα εντελώς ζηλευτός. 

Σε αυτή την εμπειρία, στο καταγώγι, οι μουσικοί έπαιζαν στο όρθιο, αυτοσχεδιάζοντας, δίχως μικρόφωνα, δίχως ηχολήπτες ή ενισχυτές. Ήταν μόνο αυτοί, με τις φωνές τους, τις δεξιότητες και τις αδυναμίες τους, γυμνοί από φτιασιδώματα, αφημένοι στο πάθος της στιγμής και στην επικείμενη βραχνάδα. Η παρουσία τους είχε εκείνη την αμεσότητα που κάνει την αυτοσυγκράτηση περιττή και τη βραδιά αιτία αναμόχλευσης για το τι επιτέλους είναι σημαντικό σε αυτή την έρμη, τη μία και μοναδική μας ζωή. Και το κλαρίνο, αυτός ο παράξενος χάλκινος γητευτής, κοίμιζε με το γογγυσμό του την αναστολή, ώστε αν και κυκλωμένοι απ' την ορχήστρα, ελεύθεροι (μουκλιόμοι) να αφεθούμε στα παραγγέλματα του ασυνείδητου. 

Αν και ένα κομμάτι της εμφάνισής τους βιντεοσκοπήθηκε, δυστυχώς δεν έχει ανεβεί ακόμα στο δίκτυο. Εν αναμονή αυτού, βάζω εδώ ένα δείγμα του (των) Μουκλιόμος που βρήκα ψάχνοντας στο youtube, από προηγούμενο γλέντι στα Γιάννενα, λίγο καιρό πριν, πάλι σε πλαίσιο τσιπουροκατάνυξης, σε ένα κρεσέντο ρομά μουσικής. 


Σε όσους βρήκαν ενδιαφέροντα τα παραπάνω προειδοποιώ ότι υπάρχει και αυτό εδώ το βίντεο. Εδώ, παρά τις εμφανείς ατέλειες της λήψης,  ο μουσικός, σωστός "μουκλιόμος", παίζει το κλαρίνο του μέσα στο ποτάμι, παρασύροντας τους ακροατές τους σε μια έκσταση διονυσιακή . 

Το facebook του (των) Μουκλιόμος, εδώ


11.3.12

double check and the city

Σε συνέχεια από τη προηγούμενη ανάρτηση

Η επίσκεψη στο Liberty Park, προς αναζήτηση περισσοτέρων συντρόφων της Occupy Wall Street θα ήταν μια απογοήτευση αν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τόσο έντονα σκιασμένη, ακόμα και εκείνη τη μαύρη και κρύα νύχτα, από την ανάμνηση των δίδυμων πύργων, το ασύγκριτο κενό των οποίων δέσποζε στο τετράγωνο εκείνο έναντι σε οτιδήποτε τολμούσε να διεκδικήσει ίχνη παρουσίας. Μα όμως δε κάνω τούτη την ανάρτηση για τα έντονα συναισθήματα που προκαλεί το "σημείο μηδέν". 

Παραδομένοι στη κολοσσιαία δύναμη του καπιταλισμού, που τα πιο φανταχτερά του δημιουργήματα ορθωνόταν μπροστά μας σε κάθε μας βλέμμα, δε μας έμενε παρά να παραδεχτούμε την ήττα. Η συντρόφισσα Α, κουρασμένη από την ολοήμερη περιήγηση στη πόλη (και κολακευμένη βεβαίως βεβαίως από τον σύντροφο της προηγούμενης ανάρτησης), στάθηκε λίγο να ξαποστάσει πλάι στον μπρούτζινο άνθρωπο με τον χαρτοφύλακα.


Το γλυπτό αυτό αναπαριστά τον στρεσαρισμένο μπίζνεσμαν που κάνει ένα τελευταίο έλεγχο στα περιεχόμενα του χαρτοφύλακά του πριν το επόμενο μίτινγκ. Ονομάζεται "double check" και για ένα πείσμα σχεδόν μεταφυσικού χαρακτήρα είχε παραμείνει ακέραιο τη στιγμή που απέναντί του γκρεμιζόταν το σύμπαν την 11η Σεπτεμβρίου. 



Η εκλεκτή συντροφιά Α, συναισθανόμενη ίσως τη θλίψη της εικόνας, παρασυρμένη απ' τη συγκίνηση της ανάμνησης της καταστροφής σήκωσε το απαλό της χέρι ακουμπώντας ήρεμα τον ώμο του αγχωμένου καπιταλιστή. Είμαι σίγουρος ότι την είδα να του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί. Δε τη ρώτησα τι. Προτίμησα να αφήσω την εικόνα να μου το αποκαλύψει. Έγειρε τότε το κεφάλι της και το ακούμπησε με στοργή στο δικό του. Για μια στιγμή, για μόνο μία, ίσως να έγινε το....



Δε μας τα λέει καλά η συντρόφισσα....

9.3.12

occupy wall street ή αλλιώς επίσκεψη στο πουθενά

Δεδομένου του ότι η συμμετοχή μου στο Occupy London κινήθηκε ανάμεσα στο ανύπαρκτο και το προσβλητικά απών αποφάσισα το προηγούμενο μήνα να ρεφάρω με κάτι πιο υπερατλαντικό και να δοκιμάσω τη τύχη μου με το Occupy Wall Street στη Νέα Υόρκη.

Όταν έφτασα στον περιβόητο δρόμο εκείνο το κρύο απόγευμα, με την εκλεκτή συντροφιά μου Α, η συνεδρία του χρηματιστηρίου είχε τελειώσει. Η περιοχή άδειαζε σιγά-σιγά από κόσμο, κάποια λευκά κολάρα που εξέρχονταν του χρηματιστηρίου φαίνονταν παράδοξα ήρεμα, οι τουρίστες αναζητούσαν τη διέξοδο προς τη γέφυρα του Brooklyn, τα διπλανά starbucks αναποδογύριζαν τις καρέκλες τους σημαίνοντας το τέλος της ημέρας, ενώ στο χώρο περιμετρικά, ένοπλοι του πολυδιαφημισμένου από τηλεοπτικές σειρές NYPD περιπολούσαν διεγερμένοι. Το χρηματιστήριο έστεκε με το νεοκλασσικό του προσωπείο σε μια πάροδο της Wall Street φωτισμένο σε μια γελοία ροζ απόχρωση.


Σύντροφοι όμως πουθενά.

Γνώριζα για τη βαριά φυσική καταστολή που δέχθηκε ο αρχικός ενθουσιασμός και η μαζικότητα του κινήματος στη Νέα Υόρκη και σε άλλες αμερικάνικες πόλεις και το ότι οι καταληψίες είχαν εκδιωχθεί και κατασκηνώσει αλλού, σε διάφορες βάσεις στο Μανχάταν, οπότε η φαινομενικά ολοκληρωτική απουσία κινηματικού ίχνους μου φάνηκε λογική.

Αλλά όχι και έτσι.

Ευτυχώς η φύση και τα επιτακτικά της καλέσματα διαμόρφωσαν διαφορετικά τη σχέση μου με το νεοϋορκέζικο κίνημα. 


Την είσοδο στο πολυτελές κτίριο της παραπάνω φωτογραφίας κοσμούσε μια μεγάλη περιστρεφόμενη πύλη, η μεγαλοπρέπεια της οποία συντηρούσε ζωντανές τις ελπίδες για ανεύρεση αξιοπρεπούς μέρους για να ρυθμίσω την ομοιοστασία υγρών στο σώμα μου λίγο πιο ανθρώπινα από ότι στα Μακ Ντόναλντς. Χωρίς δισταγμό και με την αποφασιστικότητα αυτού που χρειάζεται οπωσδήποτε να κατουρήσει κατεπειγόντως, διαπερνώ τη πύλη.  Η εκλεκτή συντροφιά Α ακολουθεί. Με θράσος διακόπτω κάποιον που έμοιαζε με διανοούμενο και που έδειχνε να έχει μια ιδιαίτερα σοβαρή συζήτηση με έναν εξίσου διανοούμενο, ρωτώντας για το κοντινότερο WC. Με πληροφόρησε αδιάφορα. Μου αρκούσε. "Δε θα αργήσω" είπα στην εκλεκτή συντροφιά Α μη μπορώντας να φανταστώ μπρος στην αγωνία της έπειξης ότι την άφηνα μόνη στο στόμα του λύκου. Ή καλύτερα στο σώμα του αχόρταγου για γυναίκα αντικαπιταλιστή καταληψία.



Η κατάληψη 
Συνηθισμένος από το φορτισμένο πολιτικά χώρο μιας ελληνικής κατάληψης, με τις αφίσες, τις μικροφωνικές, το χαρτομάνι, τα αποτσίγαρα και τα άδεια μπουκάλια μπύρας, αυτή ήταν μια ξενική εικόνα για μένα. Σαν μια μικρή κατασκήνωση διάσπαρτη εντός ενός ευμεγέθους κενού στο εσωτερικό ενός κτιρίου, ψυχρή σαν εκείνη τη νύχτα, μικρή μπρος στα πελώρια μεγέθη που χαρακτηρίζουν τη πόλη. Την αποτελούσαν λίγοι και αυτοί βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε μικρές παρέες: Οι δυο  διανοούμενοι που πριν αποφασίσουν να μας φάνε τη γυναίκα έδειχναν να συζητούν ιδιαίτερα σοβαρά, κανά δυό ακόμα φορούσαν το χακί παλτό του γερμανικού στρατού και οι υπόλοιποι που έμοιαζαν με αποπροσανατολισμένους στο χρόνο χίππυς. Άλλοι κουβεντιάζανε, μερικοί μαγειρεύανε, κάποιοι έτρωγαν κάτι που έμοιαζε προϊόν ινδικής κουζίνας άγαρμπα τοποθετημένο σε χάρτινα πιάτα. Δυο τρεις στην άλλη άκρη γρατσούναγαν μια κιθάρα. Περιμετρικά, η όμορφη συμμετρία του εντυπωσιακού αίθριου διαστρεβλωνόταν από μερικούς κάδους ανακύκλωσης και μερικές σκηνές που φαινόταν ότι είχαν πρόσφατα ξεστηθεί.

Αν και πεπεισμένοι ότι η τύχη (και οι καταναγκασμοί της φύσης) μας οδήγησε στο σωστό μέρος, πλησιάσαμε τον πρώτο από τους ανθρώπους εκεί μέσα που μας φαινόταν οικείος για να το επιβεβαιώσουμε. Όχι τον διανοούμενο. Η οικειότητα ήταν σχεδόν προϋπόθεση της προσέγγισης μιας και προσωπικά δυσκολευόμουν να προσπεράσω τόσο τη μεγαλοπρέπεια του χώρου όσο και τον απόλυτο σεβασμό στα εσωτερικά αρχιτεκτονικά της χαρακτηριστικά. Σε αντίθεση με τη συντρόφισσα Α, που πολύ αποφασιστικά προσέγγισε τον πιο "Ευρωπαίο" από τους παρόντες ρωτώντας τον το πιο απλό. Εκείνος, ο μόνος από την ομήγυρη, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη περίεργη συντρόφισσα που εμφανίστηκε ξαφνικά, αλλά υποψιάζομαι ότι αυτό έγινε λόγω της ιδιαίτερης ομορφιάς που τη χαρακτηρίζει. Ας είναι.
Μας εξήγησε ο τύπος αυτός ότι η κατάληψη είχε μεταφερθεί σε ένα παρκάκι δυο δρόμους πιο κει, το  Liberty Παρκ, και ότι στο κτίριο αυτό, που ήταν το πρώτο που είχε καταληφθεί το περασμένο Σεπτέμβρη, παραμένει μια μικρή βάση ακτιβιστών που συνήθως κάνουν συζητήσεις ή μοιράζουν το φαγητό. Στη συνέχεια ρώτησε για τη καταγωγή μας, αλλά φαίνεται πως το γεγονός ότι ερχόμαστε από μια Ελλάδα βγαλμένη από τις φλόγες λίγο του κίνησε το ενδιαφέρον, πυροδοτώντας πιο πολύ την υποψία μου ότι η όμορφη Α. είχε για εκείνον μεγαλύτερη σημασία εκείνη τη στιγμή από μια πυρακτωμένη συζήτηση για το ελληνικό πρόβλημα και την επανάσταση. Ας είναι, και πάλι. 


Τον χαιρετίσαμε, δοκιμάσαμε λίγο από την ινδική ακτιβιστική wall street κουζίνα -που ήταν ομολογουμένως νοστιμότατη- και κατευθυνθήκαμε προς το πάρκο που μας είχε υποδείξει με την ελπίδα ότι οι σύντροφοι εκεί θα είχαν το νου τους περισσότερο στο θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ρήξης με τον καπιταλισμό και λιγότερο στις γυναίκες. Ο κόσμος στο Liberty park ήταν ακόμα λιγότερος, ενώ περιμετρικά βρίσκονταν άριστα παραταγμένοι οι κέρβεροι της νεοϋορκέζικης αστυνομίας λιγοστεύοντας τα περιθώρια για οποιαδήποτε χαρούμενη σκέψη.

Αλίμονο. Η αναζήτηση αντικαπιταλιστών ακτιβιστών απαιτούσε στη κυριολεξία να περπατήσουμε κατά μήκος μιας διαδρομής που διέσχιζε τον πιο βαθύ πυρήνα του ίδιου του καπιταλισμού, από το χρηματιστήριο της Wall Street στο Liberty park ακριβώς μπροστά από το οικόπεδο του World Trade Center. Η προοπτική βρισκόταν βαθιά βυθισμένη στο βαρύ συμβολισμό και η μάχη, εκείνη τη νύχτα, μπορούσε μόνο να θεωρηθεί μια καλοστημένη φάρσα. Και έτσι, απότομα και καθ' οδόν και καθόλου μυθιστορηματικά, στον κλοιό των κέρβερων, τέλειωσε, τόσο άδοξα για την εκλεκτή συντροφιά Α και 'μένα, η εμπειρία του Occupy Wαll Street.


(συνεχίζεται)

9.12.11

γυμνοί στη Λυών

Λίγο λιγότερο από τη λιτή, μεστή, ουσιαστική και γεμάτη γαλλική φινέτσα παρέμβαση του Έλληνα φοιτητή που καταγράφηκε από το γνωστό βίντεο χαιρετίζω την ιδιοφυή έμπνευση του εικονολήπτη να εστιάσει στους εκλεκτούς καλεσμένους της Λiberation και αποδέκτες ταυτόχρονα της κριτικής την ώρα της παρέμβασης, στο μέρος του προβλήματος δηλαδή Μπακογιάννη και τον αλαζόνα προπαγανδιστή της Πρετεντέρη. 
Και δε μπορώ έτσι παρά να περιγράψω, με μερικά επιλεγμένα στιγμιότυπα, αυτά που βλέπω στα λίγα λεπτά της ραφινάτης, εκλεπτυσμένης αποδόμησής τους σαν στέκουν βουβοί, αμήχανοι και μόνοι, βορά στη νοημοσύνη ανθρώπων τους οποίους -αλίμονο!- αδυνατούν να ελέγξουν, να εξουσιάσουν ή να τρομοκρατήσουν. 


Και ξεκινώ από τη Μπακογιάννη, που η στάση της είναι όντως η κυρίαρχη εκ των δυο, υπό τις παρούσες απρόβλεπτες συνθήκες. Σύντομα αμέσως μετά τη συνειδητοποίηση της απώλειας του επίκεντρου της προσοχής επιστρέφει στη ψυχρή εικόνα του ανθρώπου από μάρμαρο που όλοι νιώθουμε πως είναι και τη ρηχή, ξύλινη έκφραση του συναισθήματος. Η άμεση απομάκρυνση από τη συνειδητή ενημερότητα, που απ' ότι φαίνεται βγαίνει αυτόματα μέσα από το μητσοτακικό της γονιδίωμα, αρχικά επιβάλλεται. Μα η αυτοπεποίθηση που φαίνεται να διατηρεί, η ψυχραιμία και η ανεκτική στάση απέναντι στο λόγο του φοιτητή γίνεται γρήγορα μόνο το ισχυρό ανάχωμα που κατασκευάζει η αλαζονεία της και η αίσθηση της παντοδυναμίας που της επιτρέπει να μη χρειάζεται να ακούει το παραμικρό, να μην απαιτείται να νιώσει το οτιδήποτε, να μην οφείλει να αφουγκραστεί τίποτα ούτε τώρα την ύστατη ώρα της κυριαρχίας της. Το οιστριονικό της στυλ την κάνει αμέσως να απεχθάνεται τον συνομιλητή της και πραγματικά να του κάνει τη χάρη που δεν βάζει να τον τσακίσουν αμέσως, μα ο πολιτισμός της συγκρατεί την οργή που εντείνεται από την απώλεια του ελέγχου. 



Η φαγουρίτσα που τη πιάνει στο λαιμό βέβαια, στο 4'15", δεν είναι μια απλή παρασυμπαθητική εκκένωση απέχθειας αλλά η αλλεργία της απέναντι στην αλήθεια. Σύντομα, και ελλείψη της πατρικής φιγούρας στη περίσταση, θα αναγκαστεί να στραφεί στον Πρετεντέρη για να ικανοποιήσει τις εξαρτητικές της ανάγκες. 


Ο Πρετεντέρης, ο πλέον προβεβλημένος προπαγανδιστής του καθεστώτος και αυτός που διακυβεύει τα περισσότερα από την αποκάλυψη της αλήθειας, μιας και η δουλειά που έχει αναλάβει είναι να την αποκρύβει, μας δείχνει πως όταν παύει να είναι κυρίαρχος των μέσων του γίνεται ανθρώπινα ασθενικός: κοιτά απεγνωσμένα τους οικείους του, τρίβει αμήχανα το ματάκι και βάζει (ωσάν να επιστρέφει) το χέρι στο στόμα, σαν βρέφος που θα χρειαστεί να αγωνιστεί για τη βασική εμπιστοσύνη έναντι στη μαζική, κατακλυσμιαία άρση της από την απροκάλυπτη αλήθεια του λόγου του φοιτητή. 



 Η απρόσμενη στρεσογόνος κατάσταση που βρέθηκε τον έκανε και αυτόν να καταφύγει τελικά στα φουστάνια μιας κυριαρχικής, ψυχρής, κακιάς μητριάς, -της κόρης του μητσοτάκη- που όμως ακόμα και ως βρέφος την ελέγχει και την ανατρέφει με τον ίδιο τρόπο που και η ίδια ελέγχει και ανατρέφει τη δική του παρουσία.


Ωστόσο, η πιο αποφασιστική στιγμή στη σκηνή που παρακολουθούμε θα έρθει ακριβώς στο σημείο που ο φοιτητής ολοκληρώνει την παρέμβασή του και η αίθουσα σείεται από το θερμό χειροκρότημα των παρευρισκομένων. Είναι η στιγμή που το ύφος της Μπακογιάννη αλλάζει. 


Τι συνέβη; Είδε το άγιο φως από τα λόγια του φοιτητή; αναγνώρισε ξαφνικά τη προσωπική της ευθύνη; αφουγκράστηκε έστω και για λίγο τα βάσανα της κοινωνίας σε μια στιγμιαία ονειρική φούγκα; Όχι βέβαια. Ήταν το χειροκρότημα. Αυτό τη πείραξε. Αυτό την έκανε να αλλάξει ύφος, αυτό  έκανε την υποψία φόβου να ξεγλυστρίσει από τις οφθαλμικές της κόγχες. Ο κόσμος χειροκροτούσε την αλήθεια, την επιδοκίμαζε, την αποκαθιστούσε, την όρθωνε γυμνή μπρος στη ξυνισμένη της μούρη. Το χειροκρότημα ράγισε το τοίχο της και από τη μέσα πλευρά του ξεπήδησε ο δισταγμός και ο φόβος. Δεν είναι αυτή που έχει δίκιο. Δεν είναι αυτή που λέει την αλήθεια. Η εξουσία της είναι τρωτή, μπορεί να κατατμιστεί σε τρία λεπτά. Και ο Πρετεντέρης δίπλα της -σε μια ειρωνία του συμβολικού-  ανίκανος να τη προστατέψει, να αποκρούσει ξανά την αλήθεια από τις συνειδήσεις του κόσμου. 

Μετά από όλα αυτά, θαρρώ πως είναι λυτρωτική η στόχευση στα πρόσωπα των εξουσιαστών όσο ο φοιτητής τους πέταγε στα μούτρα την αλήθεια των πράξεών τους. Δε μπορούν πια να κρυφτούν. Τους βλέπουμε. Βλέπουμε τον δισταγμό, τον άρρητο φόβο τους που μεγαλώνει. Βουλιαγμένοι στην απόγνωση δεν έχουμε άλλο όπλο για να φύγει το καρκίνωμα. Βήμα με βήμα, στιγμή τη στιγμή, στο εδώ και το τώρα, φωνάζοντας, ουρλιάζοντας τη δική μας αλήθεια θα σπάσουμε το τοίχος. Και όταν σύντομα τους σπάσουμε και τις τελευταίες αυταπάτες θα συνειδητοποιήσουν -μαζί με μας- πως από δω δεν έχει πια διέξοδο. 

22.7.11

αναμνήσεις από τη διαδήλωση στη Γένοβα το 2001 (μέρος 4)

Επιστρέφοντας ενθουσιασμένοι στον καταυλισμό, τρεις συνδιαδηλωτές και εγώ είχαμε την φαεινή ιδέα να τον εγκαταλείψουμε για να πιούμε κάπου μια μπύρα. Πήραμε λοιπόν ένα κεντρικό δρόμο και ανεβήκαμε σε ένα ύψωμα με πανοραμική θέα τη Γένοβα. Καλά ήταν αλλά όχι τη στιγμή που στην υπόλοιπη πόλη εξελισσόταν ένα πανδαιμόνιο βίας και αστυνομικής καταστολής. Δυσκολευτήκαμε να βρούμε κάποιο μπαρ και τελικά αρκεστήκαμε σε μια καντίνα και μερικά τενεκεδάκια. Δίπλα μας τα ασθενοφόρα επιτάχυναν σαν σίφουνες και οι σειρήνες τους ήταν τόσο δυνατές όσο και οι σειρήνες των περιπολικών. Όσο μας επιτρεπόταν από το βόμβο των ελικοπτέρων μπορούσαμε να ακούσουμε κάποια φίνα ιταλικά τραγουδάκια από το περίφημο radio Monte Carlo που σαν σε σουρεαλιστικό πανηγύρι ακουγόταν από τα ξεχαρβαλωμένα ηχεία της καντίνας που σχεδόν παράλογα παρέμενε ανοιχτή. Ώσπου σε ένα ντικρεσέντο της μουσικής καταλάβαμε πως η όλη υπόθεση «μπύρα στη λεηλατημένη Γένοβα» ήταν μόνο ιταλική φαρσοκωμωδία και αποφασίσαμε την επιστροφή στον καταυλισμό. 


Στον καταυλισμό η ατμόσφαιρα δεν ήταν ίδια με την απογευματινή του υποτιθέμενου θριάμβου και ένα τενεκεδάκι μπύρας προφανώς δεν την έκανε καλύτερη. Στο κομμάτι της ελληνικής πλευράς που εγώ είχα στρατοπεδεύσει κυριαρχούσε με μια λέξη ο φόβος. Το σκοτάδι είχε ήδη κιόλας πέσει και ο φόβος μεγάλωνε. Το ελικόπτερο πετούσε ολοένα και πιο χαμηλά και ο ισχυρός προβολέας του στόχευε έναν-έναν καθέναν από μας. Η συνοχή των διαδηλωτών που ήταν τόσο έκδηλη ολόκληρη την ημέρα έδειχνε χαλαρωμένη και ο καθένας διέδιδε τη κάθε πληροφορία με τον δικό του υποκειμενικό τρόπο. Έτσι το εδικό βάρος σε οτιδήποτε λεγόταν γιγαντωνόταν και ο μοναδικός τρόπος να παραμείνεις ψύχραιμος ήταν να μην ακούς κανέναν. Το πλήθος και η κοινή γλώσσα εξασφάλισαν με επιτυχία το αδύνατο στη προηγούμενη πρόταση. Μία ήταν η βασική φημολογία που διαδιδόταν αστραπιαία στο πάρκινγκ-καταυλισμό μας ανεξαρτήτου γλώσσας: ότι επίκειται ανήλεη επίθεση μπάτσων, μαζικό ξυλοκόπημα και συλλήψεις μέσα στο δικό μας καταυλισμό. Και το σούσουρο και η αγωνία έκαναν τη φημολογία βεβαιότητα. Η συνεχής διάβαση περιπολικών και λεωφορείων των καραμπινιέρων στη λεωφόρο μπρος από το πάρκινγκ εξέτεινε τη φημολογία, ο κινητήρας του ελικοπτέρου από πάνω μας τη παραμόρφωνε και οι σειρήνες των ασθενοφόρων την εκτόξευαν στη τροχιά της διεστραμμένης φαντασίας. Τα χαρτιά υγείας των κατασκηνωτών λιγόστευαν επικίνδυνα και οι ουρές στις χημικές τουαλέτες μεγάλωναν αναλόγως του φόβου. Σε μια γωνιά του καταυλισμού όπου είχαν κατασκηνώσει οι αναρχικές ομάδες καλλιεργήθηκε η ιδέα του αντί να μπουν αυτοί να βγούμε εμείς. Της αντεπίθεσης ως η καλύτερη άμυνα. Η ιδέα φαινόταν αποθαρρυντική αναλογιζόμενος κανείς τον συσχετισμό δυνάμεων και από μένα εντελώς απορριπτέα. Κανείς δεν έδωσε σημασία στη γνώμη μου βέβαια που διατυπώθηκε όσο περίμενα υπομονετικά στην ουρά της τουαλέτας. Ευτυχώς και μερικοί ακόμα συμμεριζόταν την ίδια γνώμη και μόλις ξεμπέρδεψαν απ’ την ουρά τη διατυμπάνισαν επίμονα. Και όπως φαίνεται η λογικοφάνειά της αποδείχθηκε με περιεχόμενο. Γερμανοί αναρχικοί του ίδιου καταυλισμού που αποφάσισαν να βγουν δεν ξαναγύρισαν εκείνη τη νύχτα. 

Όπως συμβαίνει σε καταστάσεις κρίσης, το πλήθος σύντομα άρχισε να αναζητεί κάποιον με ηγετικές ικανότητες. Εγώ περιορίστηκα σε μια νεαρή γιατρό η οποία οργάνωνε στη πραγματικότητα το ψυχισμό μας (μιας και δεν υπήρχε τίποτα άλλο να οργανώσει) με αποφασιστικότητα. Τα συναισθήματά μου για εκείνη είχαν γίνει σχεδόν μητρικής ανάγκης. Μα και αυτή περίμενε την ηγετική πρωτοβουλία από αλλού. Στον καταυλισμό υπήρχε και μια κυρία που ήταν πρώην Ευρωβουλευτής του Συνασπισμού. Μοιραία πολλοί στράφηκαν πάνω της για πρωτοβουλίες. Αναρωτιέμαι αν ήταν μια ακόμα παραμορφωμένη διάδοση αλλά ελέχθη (και αν διαβάζει έτσι for all time sake θα ήθελα να το επιβεβαίωνε) ότι η συγκεκριμένη μίλησε τηλεφωνικά με το προξενείο στο Μιλάνο και το προξενείο με τον έλληνα υπουργό εξωτερικών και από τον τελευταίο επήλθε η διαβεβαίωση ότι όσο η ελληνική αποστολή παρέμενε εντός του καταυλισμού δε διέτρεχε το παραμικρό κίνδυνο. Πολλοί κάγχασαν με το παραπάνω σχέδιο και αναδρομικά κοιτώντας το θα ήθελα πολύ να βρισκόμουν ανάμεσα σε αυτούς δεδομένου ότι ο τότε υπουργός εξωτερικών ήταν η αυτού μεγαλειότης Γεωργάκης Ανδρέα Παπανδρέου. Το αίσθημα της ασφάλειας στο μάξιμουμ δηλαδή. 

Έχοντας απολέσει και τη τελευταία ελπίδα περπάτησα προς τη πλευρά της θάλασσας. Μεγάλοι βράχοι σχημάτιζαν ένα κυματοθραύστη ο οποίος κάτω από το φως του προβολέα του ελικοπτέρου δάμαζε δυναμικά τα κύματα, ώστε υπό το καθεστώς του φόβου να μπορούσε να εμπνεύσει μια γερή διάρροια αν είχες καταναλώσει νωρίτερα κινέζικο. Καν αν ακόμα θα μπορούσε ένα ίχνος ομορφιάς να αναδειχθεί στο συγκεκριμένο τοπίο σε ένα τέτοιο αναβρασμό αδρεναλίνης, η διάδοση ότι ειδικές δυνάμεις μπάτσων θα ξεφυτρώνανε όπου να ΄ταν από τη θάλασσα συνέτεινε ανεπανάληπτα στην γενικευμένη ξενέρα. Μα έπρεπε να ασχοληθώ και με κάτι περισσότερο από αυτό. Ακριβώς απέναντι από το καταυλισμό, σε ένα λόφο, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Την ίδια στιγμή δεκάδες περιπολικά και ασθενοφόρα κινήθηκαν προς τα εκεί και πολύ σύντομα κραυγές και ουρλιαχτά ανθρώπων παρασύρθηκαν από τον άνεμο μέχρι τα μέρη μας. Ποτέ στη ζωή μου μέχρι τότε δε είχα αισθανθεί τόση ανακούφιση που δε βρισκόμουν σε ένα μέρος. Δεν ήξερα τι ήταν, δεν ήξερα τι γινόταν αλλά ό,τι ακουγόταν το έκανε αποκρουστικό. Την επόμενη μέρα έμαθα ότι ό,τι ακουγόταν μέχρι σε μας ήταν το αποτέλεσμα της ασύλληπτης βίας που είχε ασκηθεί όταν οι δυνάμεις καταστολείς είχαν μπουκάρει στο σχολείο που εδραζόταν η ομάδα των ανεξάρτητων δημοσιογράφων και του indymedia και είχαν προκαλέσει το διαβόητο μακελειό στο σχολείο Diaz. Και τότε ο παιδικός μου φίλος έβαλε τη δική του κραυγή που ήταν κατανοητή και παρατεταμένη: «Ε όχι», είπε, «ε όχι, δε γίνεται, δε γίνεται, έβγαλαν τα τανκς!». Γυρίσαμε οι γύρω του προς τη πύλη του πάρκινγκ περιμένοντας την εισβολή των τεθωρακισμένων. Είδαμε μερικές αστυνομικές ερπύστριες να περνούν απ’ έξω μαρσάροντας και τρομοκρατώντας. Δε μπούκαραν αλλά έκλεισαν για τα καλά με τον όγκο τους τη έξοδο και διέκοψαν κάθε σκέψη για αντεπίθεση. Ήμασταν περικυκλωμένοι και στο έλεος των δυνάμεων της καταστολής. 




 Ώσπου τότε πήρα τη μεγάλη απόφαση: δώρισα γενναιόδωρα το τελευταίο χαρτί υγείας στους συντρόφους μου, τους αποχαιρέτισα έναν-έναν δια χειραψίας και χαμόγελου, ξεδίπλωσα το σλίπινγκ μπαγκ, το έστρωσα στο τσιμέντο, χώθηκα μέσα σ’ αυτό και σήκωσα το φερμουάρ μέχρι πάνω. Από κει χαμηλά ο προβολέας του ελικοπτέρου φαινόταν εξαίρετο θέαμα. Οι φωνές του κόσμου απαλό τραγουδάκι. Οι σειρήνες των μπάτσων παιδικά ξεφωνητά και των ασθενοφόρων χαρούμενα κλάματα. Οι ανησυχίες του παιδικού μου φίλου έρχονταν πια από μακριά, από την άλλη άκρη του τούνελ. Έκλεισα τα μάτια και αποφάσισα ότι αν σκάσουν οι ειδικές δυνάμεις από τη πύλη του πάρκινγκ, αν ξεβραστούν οι βατραχάνθρωποι απ’ τον κυματοθραύστη, αν ξεπεταχτούν οι αλεξιπτωτιστές από τα ελικόπτερα, εμένα θα με πιάσουν στον ύπνο, σε ένα ύπνο από εκείνους που κάνεις όταν το φόβο τον έχει ολόκληρο μέσα σου και τον πέπτεις, όταν τα μικρά του κομμάτια που είχαν παραλύσει κάθε σου κύτταρο ολοκλήρωναν τη δράση τους και έμεναν πια ανενεργά, αδιάφορα ανενεργά, σχεδόν αστεία. 


Τα ξανάνοιξα όχι από το προβολέα αλλά από τις ακτίνες του ήλιου. Είχε ξημερώσει. Και το ξημέρωμα εκείνο ήταν μοναδικό. Η αίσθηση του μέλει μόνο να περιγραφτεί από ένα συγγραφέα μα και αυτός πώς θα μπορούσε να εισδύσει στα συναισθήματά μου; Σηκώθηκα, τινάχτηκα από τη σκόνη που σήκωνε το ελικόπτερο που δεν έπαψε στιγμή να πετά από πάνω μας και δίπλωσα το sleeping bag. Από δίπλα μου πέρασε ένας τύπος που μοίραζε μια έκδοση της “L'Unità” της παραδοσιακής εφημερίδας της ιταλικής αριστεράς αφιερωμένη στα γεγονότα της Γένοβας και στη δολοφονία Τζουλιάνι. Πήρα μία. Τη ξεφύλλισα και σκέφτηκα ότι θα ήθελα εκείνη τη στιγμή έναν εσπρέσο και ένα κρουασάν. Κίνησα προς τα λεωφορεία που είχαν ήδη παραταχτεί προς αναχώρηση. Μπήκα σε ένα, κάθισα σε θέση και περίμενα. 


Στο πλοίο του γυρισμού υπήρχε ένας ακατανόητος διάχυτος ενθουσιασμός και μια νικηφόρα αίσθηση. Δε τη συμμεριζόμουν καθόλου. Ήμουν άλλωστε απασχολημένος με το να αποδομώ ακόμα το φόβο, να νιώσω τα τελευταία του απομεινάρια και επιβεβαιώσω τη νέα ουδό του μέσα μου. Η Πρωτοβουλία είχε καταλάβει το κεντρικό σαλόνι και σε ανοιχτή συνέλευση πανηγύριζε. Οι αναρχικοί, ενοχλημένοι από την έλλειψη αλληλεγγύης από πλευράς μας στους μαύρους και ξυλοκοπημένους συντρόφους τους, διέκοπταν επίμονα τους πανηγυρισμούς και επενθύμιζαν αυτό που θεωρούσαν στοιχειώδες καθήκον. Ένιωσα ισχυρή συμπάθεια αλλά δε κατάφερα να πάρω το μέρος τους όταν συζητήθηκε έντονα και με πάθος το θέμα της αντεπίθεσης της προηγούμενης νύχτας που δεν έγινε ποτέ. Ένας της πρωτοβουλίας προσπαθώντας να κατευνάσει τα πνεύματα απευθύνεται σε ένα από τους αναρχικούς χρησιμοποιώντας τη προσφιλή προσφώνηση «σύντροφε». Ο αναρχικός, με ένα αποφασιστικό ύφος το διακόπτει θυμίζοντάς του ότι ποτέ δε φάγανε μαζί και δε δικαιούται να τον αποκαλεί έτσι. Ήταν μια αστεία απάντηση που προκάλεσε τη θυμηδία και ελάφρυνε το κλίμα αλλά και που άλλαξε μέσα μου κάτι για πάντα. Θα καταλάβαινα αρκετά χρόνια μετά την επίδραση αυτής της χιουμοριστικής ατάκας. 

Λίγο πριν την είσοδο στα ελληνικά χωρικά ύδατα, οι σύντροφοι, το ίδιο πανηγυρικά και το ίδιο παθιασμένα δε είχαν αφήσει άρωμα για άρωμα στα duty free του καραβιού. Εντός των εγχώριων υδάτων και λίγο πριν την Ηγουμενίτσα το πλοίο σταμάτησε. Μας ενημέρωσαν πως οι ναυτεργάτες στο λιμάνι έκαναν 3ωρη στάση εργασίας και δε θα μπορούσαμε να δέσουμε. Νέο κύμα πανηγυρισμών εξαπλώθηκε στους συντρόφους. Η διαδήλωση στη Γένοβα έκλεισε με μια ακόμα νίκη του εργατικού κινήματος. 

Τέλος των αναμνήσεων. 


Το πρώτο μέρος αυτών, το δεύτερο και το τρίτο 

19.7.11

αναμνήσεις από τη διαδήλωση στη Γένοβα το 2001 (μέρος 1)

Αναπολώντας ωραία και ξεχωριστά γεγονότα στα οποία πήρα μέρος και ακόμα ωραιότερα που δεν πήρα, αναλογιζόμενος πόσο γρήγορα φόρτωσα στη νεανική μου καλοσχηματισμένη πλάτη μια ολόκληρη δεκαετία και αναρωτώμενος αν ακόμα η μνήμη μου με υπηρετεί αξιοπρεπώς, θα προσπαθήσω σ’ αυτή και στις επόμενες αναρτήσεις να μετασχηματίσω τις μνήμες σε παραγράφους καταγράφοντας την εμπειρία μου από τη μεγάλη και αιματοβαμμένη διαδήλωση της Γένοβας το 2001 από την οποία στις 21+22 του Ιουλίου συμπληρώνονται δέκα ολόκληρα χρόνια. 


σαν βγεις στο πηγαιμό

Έχοντας εκείνο τον Ιούλιο ολοκληρώσει το 4ο έτος σπουδών και με τον ενθουσιασμό της συμμετοχής σε φοιτητικές κινητοποιήσεις, πολιτικές ζυμώσεις και διαμάχες είχα την επιθυμία να μετουσιώσω την επιθυμία μου για συμμετοχή σε κοινωνικά γεγονότα που θα ταίριαζαν στις σκέψεις μου για τον άνθρωπο και τη θέση του στον κόσμο που τότε αναπτύσσονταν ραγδαία. Με το κίνημα του Σιάτλ εν πλήρη εξελίξη, με τη φράση «ενάντια στη παγκοσμιοποίηση» να ξεστομίζεται από χείλη του καθενός -απ’ τον Νόαμ Τσόμσκυ ως τους παπαροκάδες- και με κάμποσους συμφοιτητές και γνωστούς μου να είχαν συμμετάσχει λίγους μήνες πιο πριν στη διαδήλωση στη Νίκαια ενάντια στον σχεδιαζόμενο (και απόλυτα επιτυχημένο) μετασχηματισμό της Ευρώπης σε Ένωση καπιταλιστών, δε θα μπορούσα να αρνηθώ τη πρόσκληση της συμμετοχής στην εκδρομή που οργάνωνε για το τριήμερο 19-22 Ιουλίου στη Γένοβα η αντίστοιχη «Πρωτοβουλία» ενάντια στη συνέλευση των G8. 


Πάντα κρατούσα αποστάσεις από τους κατά τ’ άλλα μαχητικούς ΣΕΚίτες αλλά οι ενδοιασμοί στη συμμετοχή μου στη οργάνωση-ομπρέλα «Πρωτοβουλία Γένοβα 2001» που δημιούργησαν κάμφθηκαν όταν στο ένα και μοναδικό πούλμαν που ξεκίνησε από τα Γιάννενα εκείνο το πρωί της Πέμπτης είχαν εξασφαλίσει θέση εκτός των ΣΕΚιτών και Συνασπισμένοι, Μ-Λδες, Λ-Μδες, ΝΑΡίτες, τροτσκιστές, ο μοναδικός εναπομείνας μαοϊκός των Ιωαννίνων, οικολόγοι-ακτιβιστές, αναρχικοί, ανένταχτοι, συνδικαλιστές καθώς και –αυτό θα προκαλούσε την έκπληξη όσων βρισκόταν σε εκείνο το πούλμαν- ένας ακόμα με ιδεολογικές απόψεις που εδράζονταν στη γνήσια λαϊκή δεξιά. Ο τελευταίος ήταν παιδικός μου φίλος που σε αντίθεση με άλλους δε δυσκολεύτηκα καθόλου να πείσω για τους σκοπούς του ταξιδιού. Καθοδόν για τη Πάτρα όπου θα συναντούσαμε τις υπόλοιπες αποστολές της Πρωτοβουλίας και θα παίρναμε το πλοίο για την Ανκόνα, ήταν αναμενόμενο πως οι συζητήσεις όλων με όλους θα ήταν παθιασμένες και εξολοκλήρου πολιτικές. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι λαχταρούσα να αφομοιώσω ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό σε μια κουβέντα σχετικά με τον αν η αυτοκτονία του Αχράμοβιτς το 1930 έπαιξε κάποιο ρόλο στη πορεία της μπολσεβίκικης επανάστασης ή αν η μυστικοποίηση της διαλεκτικής του Χέγκελ και η εγελιανή μετατροπή της διαδικασίας της νόησης σε αυθυπόστατο υποκείμενο επηρέασε τον Ένγκελς στη συμβολή του στη μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας. Τότε θεωρούσα ότι ο Χέγκελ και ο Έγκελς ήταν το ίδιο πρόσωπο με διαφορετική προφορά του ονόματός του γι’ αυτό και βρήκα τη κουβέντα χαοτική οπότε προτίμησα να αφοσιωθώ στις συζητήσεις των οικολόγων σχετικά με το πώς να πειστεί η μητέρα του ενός ότι δεν είναι σωστό να σκοτώνουμε τις αρκούδες της Πίνδου επειδή πεινασμένες της κλέβουν τα κυδώνια. Ο παιδικός μου φίλος της λαϊκής δεξιάς αναψοκοκκινισμένος από τη συμμετοχή του συζητούσε σαν να μην υπήρχε αύριο. 

Αξιομνημόνευτη ήταν η στάση για καφέ σε ένα εξωτικό θέρετρο-σκυλάδικο έξω απ’ το Αγρίνιο. Οι θαμώνες που έπιναν ράθυμα τον φραπέ κάτω από τους πλαστικούς φοίνικες και κάποιοι που έκαναν βουτιές στη πισίνα κοίταζαν αυτούς που ξεφόρτωσε από το πουθενά ένα πούλμαν να μεταφέρουν καδρόνια και να τα καρφώνουν σε λινάτσες με αντικαπιταλιστικά συνθήματα σαν να πρόκειται για εξωγήινους. Η επαφή των δύο κόσμων φαινόταν αδύνατη και έτσι παρέμεινε. Το μόνο που έδειχνε να τους ενώνει ήταν το ακατέργαστο πάθος για τον παγωμένο φραπέ. 


Στο πλοίο προς την Ιταλία οι διαδηλωτές της Πρωτοβουλίας απ’ όλη την Ελλάδα χωρίστηκαν και επανενώθηκαν στις μικρές τους πολιτικές συνομοταξίες. Πιο ξεχωριστή όλων ήταν αυτή των ΣΕΚιτών που απ’ ότι φαινόταν είχαν υιοθετήσει για τα καλά από τους βρετανούς ομοϊδεάτες τους του socialist worker party και το τρόπο να διασκεδάζεις: Και να σου τα μπόνγκος και να σου οι ρυθμοί και να σου οι χοροί! Βέβαια υπήρχαν και κάποιοι από αυτούς που με αγωνία πίεζαν τα νεαρότερα μέλη να πουλήσουν κανένα αντικαπιταλιστικό μπλουζάκι ή καμιά κονκάρδα της πρωτοβουλίας, αλλά δε βαριέσαι, καλή καρδιά. Οι υπόλοιπες ομάδες ήταν πιο ήσυχες αλλά και πάλι δε είμαι βέβαιος μιας και η βασικότερη ανάμνηση από το πήγαινε δεν ήταν ούτε η συνέλευση, ούτε οι συζητήσεις, ήταν ο καταψυγμένος μου λαιμός μετά τη φαεινή μου ιδέα να κοιμηθώ ακριβώς κάτω από το air condition του πλοίου.



Στην επόμενη ανάρτηση:
Πόσα λεωφορεία καραμπινιέρων μας περίμεναν στην Ανκόνα;
Τι πραγματικά συνέβη στη στάση για τουαλέτα καθ οδόν προς Γένοβα;

προαιρετική θέαση - ζέσταμα εδώ!

17.1.11

The cares of the day seem to vanish, the ending of day brings release, each wonderful night in Tunisia, where the nights are filled with peace


Τις τελευταίες μέρες, με την ανοχή της διεθνούς κοινότητας, ο λαός της Τυνησίας πραγματοποίησε ένα χάπενινγκ με σοβαρό κόστος για την εθνική οικονομία. Δημιούργησε ομάδες χιλιάδων ανθρώπων για να ρίξουν τη δημοκρατικά εκλεγμένη δικατορία της χώρας τους. Τι κατάλαβανε;  Οι κεντρικές οδοί και οι πιο πολυσύχναστοι δρόμοι του κέντρου στη Τύνιδα, πρωτεύουσα της Τυνησίας, λίγες μόλις ημέρες μετά την επανάσταση έχουν ερημώσει. Ο λιγοστός κόσμος που πια περνάει, αρκείται σε φευγαλέες ματιές στις βιτρίνες χωρίς να δελεάζεται από τις προσφορές των καταστημάτων που σε αρκετές περιπτώσεις φτάνουν έως και το 50%. Μετά τη χρεοκοπία των καταστημάτων, είναι και ο τουρισμός που πλήττεται από τα χάπενινγκ των επαναστατών. Είναι σίγουρο ότι πολλοί σιχτίρισαν την ώρα που αποφάσισαν να δώσουν μερικές χιλιάδες δολάρια για να επισκεφθούν τις ομορφιές της χώρας. Ποιος ξένος θα προγραμματίσει στο εξής τις διακοπές του στην Τυνησία, όταν θα υπάρχει η πιθανότητα να υποστεί ταλαιπωρία σαν αυτή που έχουν ήδη υποστεί πολλοί τουρίστες την τελευταία περίοδο. Ακόμα και ο πρόεδρος της χώρας αναγκάστηκε τώρα να εγκαταλείψει τις ομορφιές της και να αναζητήσει την ελευθερία σε άλλες δημοκρατίες . Αποκαλύπτουμε εδώ πως στο μακρύ ταξίδι του προς την αυτοεξορία αιτήθηκε ασύλου και από τη πάντα φιλόξενη για τους κατατρεγμένους πρόσφυγες Ελλάδα αλλά απορρίφθηκε μετά λύπης με το σκεπτικό ότι δε χωρά άλλη δημοκρατία σε αυτή τη χώρα. 
Μοναδική όαση στην κατάθλιψη και το σκηνικό τρόμου, η ανάδειξη της θαυμάσιας δουλειάς των Τυνιδίstas, των αυτοδίκαιων και αποκλειστικών εκπροσώπων της φρεσκάδας, της νεότητας και του εναλλακτισμού στη πρωτεύουσα της Τυνησίας. Οι Τυνιδίστας είναι εκεί και έτοιμοι για δράση. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση ανέλαβαν τη πρωτοβουλία να καθαριστούν επιτέλους οι δρόμοι από τα πτώματα της εξέγερσης και οι στάσεις των λεωφορείων από το αίμα.


ΥΓ. ο τίτλος από το τραγούδι της Ella Fitzgerald - A Night In Tunisia 

1.12.10

ημερολόγιο ενός προσωρινά επαναπατρισθέντα ΙV

Στη πραγματικότητα η ημερολογιακή καταγραφή ΙV των δύο τελευταίων ημερών περιορίζεται στη τελευταία πρόταση της ανάρτησης (εκτός των υστερόγραφων). Μα για τη κατανόησή της η ανάγνωση του προλόγου κρίνεται απαραίτητη. 

ημέρα 4η-5η, 24-25/11/2010

ανταπόκριση από τη μπόρα μπόρα 
ή αλλιώς 
«Σ’ όλο τον κόσμο ξαστεριά/ σ’ όλο τον κόσμο ήλιος/ και στα καημένα Γιάννενα μαύρη βροχή κι αντάρα» 

πρόλογος
Μικρός ήθελα να γίνω ειδικός στη βροχή. Μεγαλώνοντας στη πόλη όπου τα σύννεφα αδυνατούν να ξεφύγουν από τα βουνά που τη περιβάλλουν και που οι βρόχινοι λυγμοί τους καθορίζουν τη στάθμη της μικρής λυπητερής της λίμνης εξαναγκάστηκα σε μια χρόνια παρατήρηση των βροχών της, ώστε με ασφάλεια τώρα να αναγνωρίζω, εκτός των υπολοίπων, και τους παρακάτω τρεις αλησμόνητους τύπους βροχής: 
  1. ο πρώτος φέρνει το εξωτικό όνομα «τσούκου τσούκου». Χαρακτηρίζεται από πολύ ψιλές στάλες οι οποίες βρίσκονται παντού, αλλά όταν πέφτουν πάνω σου είναι τόσο λεπτές που τελικά δεν σε βρέχουν. Οι στάλες αυτές καταφέρνουν να πέφτουν ασταμάτητα για μέρες ολόκληρες, χωρίς να υγραίνουν το παραμικρό. Έτσι, μια ομπρελά αποκτά τόση άξια όσο η δήλωση ενός ποδοσφαιριστή: απολύτως καμία. Μα είναι αδιανόητο να βγεις από το σπίτι χωρίς μια τέτοια και να τελειώσει μια ποδοσφαιρική μετάδοση χωρίς επίσης μια τέτοια. Και για αυτούς που θα εξαναγκαστούν στη σκέψη, προτρέχω: Η διαφορά της γιαννιώτικης τσούκου-τσούκου με τη μακρινή λονδρέζικη ξαδερφή της έγκειται στη πρωτογενή αντίδραση των ελληνόφωνων επισκεπτών στην επαφή μαζί της. Τη τσούκου-τσούκου κανείς δεν τη χαρακτήρισε ακόμα ως το θερμό εκείνο νεφρικό απόσταγμα μετά από κάμποσες μπύρες. 
  2. τον δεύτερο δεν τον έχω ονοματίσει ακόμα μιας και ανακάλυψα πως στην παγκόσμια βιβλιογραφία της βροχής, μόνο το Άμστερνταμ αναφέρεται να βρέχεται τόσο πολύπλοκα από ένα φυσικό φαινόμενο άρα δεν αποκλείεται να φέρει ήδη κάποιο ολλανδικό όνομα. Η βροχή αυτή κατά ένα τρόπο, δεν πέφτει ποτέ κάθετα, αλλά πάντα οριζόντια. Οι σταγόνες όλες είναι στοιβαγμένες μεταξύ τους αφού διατάσσονται πολύ πυκνά ώστε ο όγκος νερού να δίνει την εντύπωση διαδοχικών κουβάδων που αγωνιωδώς περιφέρονται στα στενοσόκακα περιμένοντας τον ανυποψίαστο περαστικό για να αδειάσουν πάνω του αναιδώς το περιεχόμενο τους. 
  3. Τη τρίτη βροχή την απεικόνισε εξαιρετικά ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος στο τοπίο στην ομίχλη. Δείτε το παρακάτω βίντεο από το 5ο λεπτό. Έχει γυριστεί στη πλέον διάσημη γειτονιά των Ιωαννίνων. Παρακολουθείστε υπομονετικά μέχρι το 8:36 και θα τη νιώσετε πλήρως. Μη ξεχνάτε, αναφέρομαι στη βροχή.


τέλος προλόγου

Πώς μπορούσα να φανταστώ ο δυστυχής πως αυτή η πόλη θα περνούσε κάποτε στην εποχή των μουσώνων!

ΥΓ1. το δίστιχο του τίτλου από το διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη "η αποκριά" (εκδ. και ημ/νια αγνοούνται).
ΥΓ2. Επίσης, μπορεί για τα Γιάννενα και τη βροχή να ισχύει αυτό, αλλά το ρεκόρ των 33 τύπων βροχής του Λονδίνου (σύμφωνα με την ιδιοφυΐα του Ντάγκλας Άνταμς) ίσως να μη σπάσει ποτέ
ΥΓ3. και για να μη ξεχνιόμαστε, ο πατέρας εξέφρασε τη θλίψη του για την απώλεια σχεδόν του ενός τρίτου του ετήσιου εισοδήματός του. Οργισμένος αναλογίστηκε την αδικία μιας και ό,τι του πάρθηκε το είχε δουλέψει. Και συνέχισε μετά σιωπηλός να αναρωτιέται πότε επιτέλους θα πάψει να βρέχει. 

24.11.10

ημερολόγιο ενός προσωρινά επαναπατρισθέντα ΙΙΙ

μέρα 3η, 23/11/2010
-το φαϊ σου, την τιβί σου και άντε και γ..ήσου-

Η καινούργια μέρα ξεκίνησε πρόωρα με το μεταμεσονύχτιο καυγά του συνασπισμού γατιών που φιλοξενεί η μάνα στην αυλή. Προηγουμένως ο γατούλης τσίπρας τζούνιορ είχε αποπεμφθεί από το συνασπισμό λόγω ισχυρών αισθητικών διαφωνιών στις διαδικασίες αναδιανομής των friskies και κοιμόταν μονος στο κατώφλι της εξώπορτας. Ένας γάτος εισέβαλε το βράδυ παράνομα στην αυλή και τον απείλησε. Ο γατούλης νιαούρισε σε βοήθεια απελπισμένα καλώντας σε ένα μαζικό και ενωτικό κίνημα για την απόκρουση και ανατροπή της βάρβαρης επίθεσης. Ο συνασπισμός συγκάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση για την αντιμετώπιση της κρίσης και ζήτησε το άνοιγμα ενός ειλικρινούς συντροφικού διαλόγου πάνω στα θεμελιακά ιδεολογικά και στρατηγικής φύσης ζητήματα. Τα νιαουρίσματα βοήθειας όμως κορυφώθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέλευσης οπότε τελικά παρενέβησαν οι μεγάλες δυνάμεις που με ένα σκουπόξυλο έδιωξαν τον εισβολέα γάτο. Για την επίθεση στο γατούλη ο συνασπισμός γατιών της αυλής εξέδωσε ψήφισμα που κατήγγειλε την ολομέτωπη επίθεση καταστολής και τρομοκράτησης, ενώ για τη δική μου παρέμβαση με το σκουπόξυλο δήλωσε πως αποτέλεσε μια μαχητική απάντηση στη διαρκή πολιτική τρομοκράτησης και αναίρεσης γατίσιων δικαιωμάτων προς όφελος των κεφαλαιοκρατών γατοτρόφων.

Η νύχτα συνεχίστηκε το ίδιο δραματικά:  Αναστατωμένος από την ακραιφνή έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των γατιών της αυλής άνοιξα τη τιβί αναζητώντας μάταια ηρεμία μέσα από κάποιο ξεχασμένο αφιέρωμα στον Κακναβάτο από τα κρατικά κανάλια. Αλίμονο όμως! Η κατεπείγουσα αναγκαιότητα για λίγη ομορφιά καταπλακώθηκε από τη κατεπείγουσα προπαγάνδα της κρατικής τηλεόρασης για την αναγκαιότητα της πολιτικής συμμαχίας. Η κυβέρνηση μαριονέτα δεν νομιμοποιείται με τίποτα  γι΄αυτό και στη παράσταση χρειάζεται να προστεθούν και οι λοιπές φιγούρες του θεάτρου σκιών που παίζεται ταυτόχρονα και παραλλήλως. Το μέλλον που σχεδιάζεται είναι στημένο και αυτό γίνεται πιο ευκρινές τούτες τις στιγμές πρωινής διαύγειας. Και η επιβολή του προετοιμάζεται με τη μέθοδο της αναπόφευκτης βεβαιότητας. Αυτές τις πρώτες ώρες του ξημερώματος όμως, μέσα στη  αιώνια βεβαιότητα της μετατροπής της νύχτας σε ημέρα, μπορώ να νιώσω και τις λίγες στιγμές του τρομακτικού μεταίχμιου του λυκόφωτος όπου μέσα του τα πάντα μπορούν να συμβούν. 

Στα θέλγητρα της μόνιμα ανοιχτής τηλεόρασης υπέκυψα ξανά και το μεσημέρι. Στάθηκα τότε αμίλητος μπρος στη συνέντευξη του κυβερνήτη του Προτεκτοράτου της Ελλάδας κυρίου Τόμσεν. Απευθυνόταν  σε ένα λαό που δε γνωρίζει και απ' τον οποίον ποτέ δε προσκλήθηκε να δώσει τις υπηρεσίες του. Νομίζω πως φοβάται κάπως γι΄ αυτό και κρύβεται σθεναρά πίσω από τον στυγνό τεχνοκρατισμό του μπρος στη σκέψη πως αποφασίζει για ανθρώπους που σηκώνουν ανώριμα το μεταφυσικό βάρος του να αποτελούν απογόνους των εμπνευστών της δημοκρατίας. Σιώπησα απέναντι σε αυτή την ανείπωτη επίδειξη δύναμης απέναντι στη λαϊκή κυριαρχία.

Ο πατέρας παρακολουθούσε θυμωμένος και τόνισε πόσο ασύλληπτα άδικο είναι που του παίρνουν ετσιθελικά το ένα τρίτο των δεδουλευμένων του. Θέλησα να του πω ότι αυτή τη τρομερή αδικία την ακούω από το στόμα του για τρίτη συνεχόμενη μέρα αλλά μια ισχυρή ενσυναίσθηση με απέτρεψε.

Η ελληνορθόδοξη συμμορία έμαθα ότι σήμερα συνέστησε επίσημα καινούργια μη κυβερνητική εταιρία και για να γιορτάσουν τις νέες ευλογημένες μπίζνες μαζεύτηκαν όλοι οι γνωστοί δυνάστες αυτού του λαού. Στο ρόλο του εκ μέρους όλων μας νομιμοποιητή, ο πρόεδρος του κράτους - προτεκτοράτου, που τυχαίνει να κατάγεται και από την εκλεκτή πόλη που προσωρινά με φιλοξενεί αυτές τις μέρες. Σε αυτή την αγαστή συμπόρευση παρόντων πολιτικών, επιχειρηματιών, στρατιωτικών, δικαστικών και δημοσιογράφων με τους θεσμοθετημένους πνευματικούς καταπιεστές-ιεροκύρηκες της χριστιανικής αγάπης και χριστεμπορίας αισθάνθηκα για ακόμη μια φορά ανήμπορος και μόνος. Και ξένος. Πολύ ξένος. Πιο ξένος και από όσο μέσα στο αφιλόξενο μετρό του Λονδίνου.

Στο καφενείο που πίνω τσίπουρο με τους αγαπημένους φίλους, άκουγα να μνημονεύουν τη τύχη του να χτίζω μια ζωή "μακριά από δω πέρα". Κοιτώντας τα πρόσωπά τους ένιωθα από τώρα πόσο θα μου λείψουν, ώσπου έπιασα το νου μου να γυρνά απρόκλητα στις γάτες της μάνας μου. Να τέλειωσαν άραγε, σκέφτηκα, επιτέλους εκείνη τη μακρά, γατίσια συνέλευσή τους;

φώτο: ο συνασπισμός γατιών στην αυλή της μάνας μου στα πρώτα δειλά βήματα προς τη ρήξη και την ανατροπή

οι πελάτες μας ψώνισαν και αυτό

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

διάβασε και αυτό

AddThis